Ευεξία, «ολιστικές θεραπείες» και «προηγούμενες ζωές»: τι λέει πραγματικά η έρευνα

Γιατί στρεφόμαστε σε υποσχέσεις που δεν αντέχουν στον έλεγχο, και τι θα χρειαζόταν για να προστατευόμαστε καλύτερα.

 

Στέφανος Σταυρινός

Συστημικός / Οικογενειακός Θεραπευτής

 

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

ολιστικές θεραπείες και αγορά ευεξίας

Με μια ματιά

Το άρθρο ξεκινά από ένα δημόσιο γεγονός που συζητήθηκε τις τελευταίες ημέρες και προχωρά αμέσως στο ερώτημα που με απασχολεί επαγγελματικά: γιατί τόσοι άνθρωποι, συχνά μορφωμένοι και με πρόσβαση σε καλή ιατρική φροντίδα, στρέφονται σε υπηρεσίες που δεν έχουν τεκμηριωθεί. Εξετάζω πέντε πράγματα: πώς η υγεία και η ομορφιά μετατράπηκαν σε αγορά και σε ηθικό καθήκον, τι δείχνουν οι μελέτες για το ποιοι επιλέγουν εναλλακτικές προσεγγίσεις και με τι κόστος, γιατί μια αναποτελεσματική παρέμβαση μπορεί να μοιάζει απόλυτα πειστική τόσο στον πελάτη όσο και στον ίδιο τον επαγγελματία, τι τεκμηριώνεται πραγματικά για την ύπνωση και τι δείχνει το εργαστήριο για τις λεγόμενες «αναδρομές σε προηγούμενες ζωές», και τέλος τι κενό αφήνει το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο και πώς θα μπορούσε να κλείσει. Στο τέλος υπάρχουν πρακτικά ερωτήματα που μπορεί να κάνει κανείς πριν εμπιστευτεί τον εαυτό του σε οποιονδήποτε.

Τι δεν κάνει αυτό το κείμενο

Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 και η δικαστική έρευνα που ακολούθησε κυριάρχησαν στη δημόσια συζήτηση. Θεωρώ σωστό να πω από την αρχή τι δεν θα κάνω εδώ.

Δεν θα σχολιάσω την υπόθεση. Η ανάκριση βρίσκεται σε εξέλιξη, τα πρόσωπα που εμπλέκονται καλύπτονται από το τεκμήριο αθωότητας, και κανένα από τα ερωτήματα περί ευθυνών δεν απαντιέται από ψυχολόγο σε ιστολόγιο. Δεν θα διατυπώσω καμία εκτίμηση για την κατάσταση της υγείας του ανθρώπου που πέθανε, για τα κίνητρά του ή για την ψυχολογία του. Η εξ αποστάσεως ψυχολογική ερμηνεία ενός συγκεκριμένου προσώπου, πολύ περισσότερο ενός προσώπου που δεν μπορεί πια να απαντήσει, είναι δεοντολογικά απαράδεκτη και επιστημονικά ανυπόστατη. Δεν θα κατονομάσω κανέναν επαγγελματία.

Αυτό που θα κάνω είναι διαφορετικό και, νομίζω, πιο χρήσιμο. Το γεγονός λειτούργησε ως αφορμή για μια ευρύτερη συζήτηση που εκκρεμεί εδώ και χρόνια: υπάρχει μια τεράστια αγορά υποσχέσεων γύρω από την υγεία, την ευεξία, την ομορφιά και την ψυχική ισορροπία, ένα σημαντικό μέρος της οποίας πουλά πράγματα που δεν έχουν ελεγχθεί ποτέ. Το ερώτημα «γιατί πάνε οι άνθρωποι εκεί» έχει απαντήσεις που προέρχονται από έρευνα, όχι από αγανάκτηση. Αυτές τις απαντήσεις θα παρουσιάσω.

Πώς η υγεία έγινε ηθικό καθήκον

Το 1980, ο Robert Crawford περιέγραψε κάτι που τότε μόλις ξεκινούσε και σήμερα είναι ο αέρας που αναπνέουμε. Ονόμασε healthism την ενασχόληση με την προσωπική υγεία ως κύρια αναφορά για το τι σημαίνει να ζει κανείς καλά, με τη λύση να αναζητείται σχεδόν αποκλειστικά στην αλλαγή του τρόπου ζωής του ατόμου. Το κρίσιμο σημείο της ανάλυσής του δεν είναι ότι η φροντίδα του εαυτού είναι κακή. Είναι ότι, όταν η υγεία ανάγεται σε υπέρτατη αξία και ταυτόχρονα σε ατομική ευθύνη, η αρρώστια αρχίζει να μοιάζει με προσωπική αποτυχία (Crawford, 1980).

Αυτή η μετατόπιση εξηγεί πολλά από όσα βλέπουμε γύρω μας. Εξηγεί γιατί η ευεξία πωλείται με το λεξιλόγιο της ηθικής και όχι της ιατρικής: αποτοξίνωση, καθαρισμός, εξισορρόπηση, αναγέννηση. Εξηγεί γιατί η φροντίδα της εμφάνισης παρουσιάζεται ως πράξη αυτοσεβασμού και όχι ως κατανάλωση. Και εξηγεί, δυστυχώς, και το αντίστροφο: γιατί ο άνθρωπος που αρρωσταίνει σοβαρά δέχεται, μαζί με τη διάγνωση, και ένα υπόγειο μήνυμα ότι κάπου έφταιξε.

Σε αυτό το τοπίο, η υπόσχεση μιας παρέμβασης που θα επαναφέρει τον οργανισμό σε μια κατάσταση πριν τη φθορά δεν είναι απλώς εμπορικά ελκυστική. Απαντά σε μια ενοχή που η ίδια η κουλτούρα έχει καλλιεργήσει.

Ποιοι στρέφονται στις ολιστικές θεραπείες, και γιατί

Η πιο διαδεδομένη εξήγηση είναι η πιο λάθος. Δεν πρόκειται για ανθρώπους απελπισμένους, αμόρφωτους ή δύσπιστους απέναντι στην επιστήμη.

Σε μια εθνική μελέτη στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Astin εξέτασε τι προβλέπει τη χρήση εναλλακτικών θεραπειών. Η δυσαρέσκεια από τη συμβατική ιατρική δεν ήταν ο βασικός παράγοντας. Οι χρήστες είχαν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, ανέφεραν περισσότερα προβλήματα υγείας, και κυρίως έβρισκαν ότι οι προσεγγίσεις αυτές ταίριαζαν με τις δικές τους αξίες και με τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν τη σχέση σώματος, νου και ζωής (Astin, 1998). Με άλλα λόγια, δεν πήγαιναν εκεί επειδή τους απέρριψε η ιατρική, αλλά επειδή κάπου αλλού βρήκαν μια αφήγηση για την αρρώστια τους που είχε νόημα.

Αυτό είναι κρίσιμο για όσους δουλεύουμε στην ψυχική υγεία, γιατί το νόημα είναι ακριβώς αυτό που η γρήγορη κλινική επίσκεψη σπάνια προλαβαίνει να δώσει. Ένας άνθρωπος με χρόνιο πόνο, με ανεξήγητα συμπτώματα ή με μια βαριά διάγνωση δεν ζητά μόνο θεραπεία. Ζητά μια ιστορία μέσα στην οποία αυτό που του συμβαίνει να χωράει, και έναν άνθρωπο που θα την ακούσει ολόκληρη.

Το κόστος: τι δείχνουν τα δεδομένα επιβίωσης

Εδώ η συζήτηση παύει να είναι θεωρητική.

Δύο μελέτες της ίδιας ερευνητικής ομάδας, βασισμένες στην Εθνική Βάση Δεδομένων Καρκίνου των ΗΠΑ, εξέτασαν τι συμβαίνει σε ασθενείς με ιάσιμους καρκίνους. Στην πρώτη, όσοι επέλεξαν εναλλακτική θεραπεία ως μοναδική αντικαρκινική αγωγή, χωρίς καμία συμβατική θεραπεία, είχαν σημαντικά χειρότερη επιβίωση στους περισσότερους τύπους καρκίνου που εξετάστηκαν. Το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορούσε το προφίλ τους: ήταν κατά μέσο όρο πιο εύποροι και πιο μορφωμένοι από τους υπόλοιπους (Johnson, Park, Gross, & Yu, 2018a).

Η δεύτερη μελέτη είναι ακόμη πιο διαφωτιστική, γιατί αφορά ανθρώπους που δεν εγκατέλειψαν τη συμβατική θεραπεία. Όσοι χρησιμοποιούσαν παράλληλα συμπληρωματικές προσεγγίσεις είχαν αυξημένη πιθανότητα να αρνηθούν στη συνέχεια τουλάχιστον ένα σκέλος της ενδεδειγμένης αγωγής, χειρουργείο, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία ή ορμονοθεραπεία, και αυτή ακριβώς η άρνηση συνδεόταν με τον διπλάσιο κίνδυνο θανάτου (Johnson, Park, Gross, & Yu, 2018b).

Η βλάβη δηλαδή δεν προέρχεται πάντα από την ίδια την εναλλακτική πρακτική. Προέρχεται από αυτό που την αντικαθιστά ή που σταματά εξαιτίας της. Είναι μια παρατήρηση που μεταφέρεται και εκτός ογκολογίας, και αξίζει να την κρατήσουμε.

Το ίδιο ισχύει και για παρεμβάσεις που παρουσιάζονται με ιατρικό περιτύλιγμα. Οι αμερικανικές ρυθμιστικές αρχές έχουν προειδοποιήσει επανειλημμένα, τελευταία φορά τον Δεκέμβριο του 2024, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν κλινικό όφελος από εγχύσεις πλάσματος για σκοπούς αντιγήρανσης ή γενικής ευεξίας, ότι οι εγκεκριμένες ενδείξεις για μετάγγιση πλάσματος είναι συγκεκριμένες και περιορισμένες, και ότι η χορήγηση πλάσματος δεν είναι ποτέ άνευ κινδύνου, με αλλεργικές, λοιμώδεις, αναπνευστικές και καρδιαγγειακές επιπλοκές να περιλαμβάνονται στα καταγεγραμμένα συμβάντα. Το ότι μια διαδικασία είναι γνήσια ιατρική για ορισμένες παθήσεις δεν σημαίνει ότι είναι τεκμηριωμένη όταν προσφέρεται για άλλες.

Γιατί οι ολιστικές θεραπείες "δουλεύουν" ακόμη κι όταν δεν δουλεύουν

Το ερώτημα που μου θέτουν πιο συχνά είναι γιατί τόσοι άνθρωποι ορκίζονται ότι κάτι τους βοήθησε. Η απάντηση δεν είναι ότι λένε ψέματα.

Μια εξαιρετικά κομψή μελέτη του Kaptchuk και των συνεργατών του διέσπασε το φαινόμενο του εικονικού φαρμάκου σε τρία συστατικά και τα πρόσθεσε σταδιακά: την απλή αξιολόγηση και παρατήρηση, το θεραπευτικό τελετουργικό, και μια υποστηρικτική σχέση με τον επαγγελματία. Και τα τρία παρήγαγαν βελτίωση σε ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, με τη σχέση με τον θεραπευτή να αποδεικνύεται το ισχυρότερο συστατικό από όλα (Kaptchuk et al., 2008).

Σκεφτείτε τι σημαίνει αυτό. Ένας άνθρωπος που σας δίνει μία ώρα, σας κοιτάζει στα μάτια, σας ρωτά για τη ζωή σας, σας αγγίζει με σεβασμό και εκτελεί μια τελετουργία με σοβαρότητα, θα σας κάνει να νιώσετε καλύτερα ανεξάρτητα από το αν το περιεχόμενο της τελετουργίας έχει οποιαδήποτε βάση. Αυτό δεν είναι απάτη. Είναι ανθρώπινη βιολογία και ανθρώπινη σχέση. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτή η βελτίωση αποδίδεται στο λάθος συστατικό και πωλείται ως απόδειξη ότι η μέθοδος ισχύει.

Ο Lilienfeld και οι συνεργάτες του κατέγραψαν συστηματικά αυτή την παγίδα. Περιέγραψαν είκοσι έξι διακριτές αιτίες φαινομενικής θεραπευτικής αποτελεσματικότητας, οργανωμένες σε τρεις κατηγορίες: την αντίληψη βελτίωσης εκεί όπου δεν υπήρξε καμία, την παρερμηνεία πραγματικής βελτίωσης που όμως οφείλεται σε παράγοντες έξω από τη θεραπεία, και την παρερμηνεία βελτίωσης που οφείλεται σε μη ειδικούς παράγοντες όπως η σχέση και η προσδοκία. Από πίσω βρίσκονται τέσσερα γνωστικά εμπόδια που μας αφορούν όλους: η αφελής πεποίθηση ότι βλέπουμε τον κόσμο όπως ακριβώς είναι, η μεροληψία επιβεβαίωσης, η ψευδαίσθηση αιτιότητας και η ψευδαίσθηση ελέγχου (Lilienfeld, Ritschel, Lynn, Cautin, & Latzman, 2014).

Προσθέστε δύο ακόμη πράγματα που σπάνια λέγονται. Τα περισσότερα συμπτώματα κυμαίνονται, και οι άνθρωποι αναζητούν βοήθεια όταν βρίσκονται στη χειρότερη φάση τους, οπότε η στατιστικά αναμενόμενη βελτίωση προς τον μέσο όρο μοιάζει με αποτέλεσμα της παρέμβασης. Και όταν κάποιος έχει πληρώσει πολλά και έχει επενδύσει ελπίδα, η παραδοχή ότι δεν βοήθησε είναι ψυχολογικά πολύ πιο ακριβή από τη συνέχιση. Το σημαντικό εδώ είναι ότι αυτά τα σφάλματα δεν κάνουν κάποιον αφελή. Είναι εγγενή στον τρόπο που επεξεργαζόμαστε πληροφορία, και πλήττουν εξίσου τους επαγγελματίες που πιστεύουν ειλικρινά στη μέθοδό τους.

Η θετική ψυχολογία και τα όριά της

Ένα μεγάλο κομμάτι της αγοράς της ευεξίας δανείζεται το κύρος της θετικής ψυχολογίας. Οφείλω να πω κάτι δυσάρεστο για τον ίδιο μου τον κλάδο: μέρος αυτού του κύρους δεν δικαιολογείται.

Οι Coyne και Tennen εξέτασαν κριτικά τέσσερις ισχυρισμούς που κυκλοφορούν ευρέως στη βιβλιογραφία της θετικής ψυχολογίας σχετικά με τον καρκίνο: ότι το «μαχητικό πνεύμα» παρατείνει τη ζωή, ότι παρεμβάσεις που καλλιεργούν θετικές ψυχολογικές καταστάσεις επηρεάζουν το ανοσοποιητικό και την εξέλιξη της νόσου, και ότι η εύρεση οφέλους και η μετατραυματική ανάπτυξη έχουν τεκμηριωμένη προσαρμοστική αξία. Το συμπέρασμά τους ήταν ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμβαδίζουν με τα διαθέσιμα δεδομένα, και κατέληξαν καλώντας τους θετικούς ψυχολόγους να επιστρέψουν σε μια ψυχολογία θεμελιωμένη στην επιστημονική τεκμηρίωση αντί στην ευσεβή σκέψη (Coyne & Tennen, 2010).

Η κλινική σημασία αυτού είναι βαριά. Όταν λέμε σε έναν άνθρωπο με σοβαρή νόσο ότι η στάση του καθορίζει την έκβαση, του φορτώνουμε ένα δεύτερο βάρος πάνω στο πρώτο, και αν η πορεία δεν πάει καλά, του αφήνουμε την υπόνοια ότι δεν προσπάθησε αρκετά.

Υπάρχει και το άλλο σκέλος. Η πίεση για διαρκή θετικότητα δεν είναι ουδέτερη. Σε τρεις μελέτες με πάνω από χίλιους τριακόσιους ενήλικες, οι ερευνητές βρήκαν ότι όσοι αποδέχονται συνήθως τα δυσάρεστα συναισθήματα και τις σκέψεις τους χωρίς να τα κρίνουν βιώνουν λιγότερο αρνητικό συναίσθημα απέναντι στους στρεσογόνους παράγοντες, και παρουσιάζουν καλύτερη ψυχολογική υγεία έξι μήνες αργότερα (Ford, Lam, John, & Mauss, 2018). Δεν είναι η θετικότητα που προστατεύει. Είναι η ικανότητα να χωράς και τα δύσκολα.

Ύπνωση: τι τεκμηριώνεται πραγματικά

Εδώ χρειάζεται μια διάκριση που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση, και θα ήταν άδικο να μην γίνει.

Η ύπνωση δεν είναι ψευδοεπιστήμη. Είναι ένα υπαρκτό ψυχολογικό φαινόμενο με μετρήσιμα αποτελέσματα σε συγκεκριμένους τομείς. Η μεγαλύτερη σχετική μετα-ανάλυση συγκέντρωσε ογδόντα πέντε ελεγχόμενες πειραματικές μελέτες με 3.632 συμμετέχοντες και βρήκε αναλγητικά αποτελέσματα σε όλες τις εκβάσεις πόνου που εξετάστηκαν. Το ενδιαφέρον είναι ότι η αποτελεσματικότητα εξαρτιόταν έντονα από την υπνωτική υποβλητικότητα του κάθε ανθρώπου και από τη χρήση άμεσης αναλγητικής υποβολής: τα άτομα με υψηλή και μέτρια υποβλητικότητα παρουσίασαν κλινικά σημαντική μείωση πόνου της τάξης του 42% και 29% αντίστοιχα, ενώ για τα άτομα με χαμηλή υποβλητικότητα το όφελος ήταν ελάχιστο (Thompson et al., 2019).

Κρατήστε αυτή τη λέξη, υποβλητικότητα. Είναι το κλειδί για τα επόμενα.

Το ότι η ύπνωση μπορεί να μειώσει τον πόνο δεν σημαίνει ότι μπορεί να ανακτήσει αναμνήσεις. Είναι δύο εντελώς διαφορετικοί ισχυρισμοί, και μόνο ο πρώτος αντέχει στον έλεγχο. Η θεραπευτική χρήση της ύπνωσης προϋποθέτει επίσης ότι ασκείται από επαγγελματία υγείας με βασική εκπαίδευση στην ψυχική υγεία, ο οποίος μπορεί να αναγνωρίσει τι έχει απέναντί του.

Οι «προηγούμενες ζωές» στο εργαστήριο

Ορισμένοι επαγγελματίες υποστηρίζουν ότι, μέσω ύπνωσης, ο άνθρωπος μπορεί να ανατρέξει στην πρώιμη παιδική του ηλικία ή και σε «προηγούμενες ζωές», ώστε να εντοπιστεί η ρίζα ενός σημερινού προβλήματος. Ο ισχυρισμός αυτός έχει ελεγχθεί πειραματικά, και το αποτέλεσμα είναι σαφές.

Ο Spanos και οι συνεργάτες του υπνώτισαν 110 συμμετέχοντες και τους έδωσαν υποβολή ότι επιστρέφουν σε μια ζωή που έζησαν παλαιότερα. Τριάντα πέντε από αυτούς ανέφεραν ταυτότητα προηγούμενης ζωής. Οι αφηγήσεις τους περιείχαν συχνά ιστορικά ανακριβή στοιχεία, δεν περιλάμβαναν πληροφορίες που θα ήταν εύλογο να γνωρίζει κάποιος που πράγματι έζησε στην αντίστοιχη περίοδο, και περιείχαν λάθη αδύνατα για έναν άνθρωπο της εποχής. Το πιο αποκαλυπτικό όμως ήταν το δεύτερο πείραμα: αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο παρουσιαζόταν η διαδικασία, οι ερευνητές μπορούσαν να διαμορφώσουν δραματικά το είδος της «προηγούμενης ζωής» που θα εμφανιζόταν. Και η ένταση με την οποία βίωνε κάποιος την εμπειρία προέβλεπε πόσο έντονα πίστευε ότι είχε όντως ζήσει αυτή τη ζωή (Spanos, Menary, Gabora, DuBreuil, & Dewhirst, 1991).

Δηλαδή το περιεχόμενο της «ανάμνησης» διαμορφώνεται από αυτόν που κάνει την υποβολή, και η συναισθηματική ένταση της εμπειρίας δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας της, αλλά πηγή της πεποίθησης.

Το δεύτερο κομμάτι του παζλ αφορά τους ίδιους τους ανθρώπους. Ερευνητές του Harvard εξέτασαν άτομα που ανέφεραν ανακτημένες αναμνήσεις προηγούμενων ζωών και βρήκαν ότι παρουσίαζαν αυξημένη τάση σχηματισμού ψευδών αναμνήσεων σε τυποποιημένες εργαστηριακές δοκιμασίες (Meyersburg, Bogdan, Gallo, & McNally, 2009). Δεν πρόκειται για ανθρώπους που εξαπατούν κάποιον. Πρόκειται για ανθρώπους των οποίων το μνημονικό σύστημα είναι πιο επιρρεπές στο να παράγει βιωματικά πειστικό υλικό που δεν συνέβη ποτέ, και οι οποίοι στη συνέχεια τοποθετούνται σε μια διαδικασία σχεδιασμένη ακριβώς για να παράγει τέτοιο υλικό.

Η μετενσάρκωση ως μεταφυσική πεποίθηση είναι δικαίωμα του καθενός και δεν με αφορά ως ψυχολόγο. Η πώληση της «αναδρομής σε προηγούμενη ζωή» ως θεραπευτικής παρέμβασης για ένα σημερινό σύμπτωμα είναι κάτι εντελώς άλλο, γιατί εκεί δεν πουλιέται πίστη, πουλιέται θεραπεία.

Γιατί οι ολιστικές θεραπείες δεν είναι απλώς αναποτελεσματικές

Η συνηθισμένη υπεράσπιση είναι ότι, ακόμη κι αν δεν ωφελεί, τουλάχιστον δεν βλάπτει. Η βιβλιογραφία λέει το αντίθετο.

Ο Lilienfeld συγκέντρωσε μια πρώτη λίστα ψυχολογικών παρεμβάσεων με τεκμηριωμένο δυναμικό βλάβης. Στις πιθανώς επιβλαβείς περιλαμβάνονται ρητά οι τεχνικές ανάκτησης αναμνήσεων. Η βλάβη που περιγράφει δεν είναι αφηρημένη: επιδείνωση ή εμφάνιση νέων συμπτωμάτων, αυξημένη δυσφορία, ανθυγιεινή εξάρτηση από τον θεραπευτή, απροθυμία να αναζητήσει κανείς βοήθεια στο μέλλον όταν τη χρειαστεί, και βλάβη που επεκτείνεται στην οικογένεια, όπως στις περιπτώσεις αβάσιμων κατηγοριών κακοποίησης που προέκυψαν από τέτοιες διαδικασίες (Lilienfeld, 2007).

Θα προσθέσω κάτι από την κλινική εμπειρία, δηλωμένο ως τέτοιο και όχι ως ερευνητικό εύρημα. Το πιο δύσκολο περιστατικό δεν είναι ο άνθρωπος που δεν έχει κάνει ποτέ θεραπεία. Είναι ο άνθρωπος που έχει περάσει από κάτι που τον αποπροσανατόλισε βαθιά, που κουβαλά μια αφήγηση για τον εαυτό του την οποία του έδωσε κάποιος άλλος, και ο οποίος έρχεται πλέον με δυσπιστία απέναντι σε ολόκληρο τον χώρο. Η επανοικοδόμηση αυτής της εμπιστοσύνης παίρνει πολύ χρόνο, και ένα μέρος της ζημιάς παραμένει.

Υπάρχει και ο χρόνος. Κάθε μήνας που περνά σε μια μη τεκμηριωμένη παρέμβαση είναι ένας μήνας που δεν πέρασε κάπου αλλού. Στην ογκολογία αυτό μετριέται σε επιβίωση, όπως είδαμε. Στην ψυχική υγεία μετριέται σε χρόνια ζωής με μια κατάθλιψη ή μια αγχώδη διαταραχή που θα ανταποκρινόταν σε τεκμηριωμένη θεραπεία.

Το ελληνικό κενό: γιατί ο τίτλος «ψυχοθεραπευτής» δεν σημαίνει τίποτα νομικά

Εδώ φτάνουμε στο σημείο που, κατά τη γνώμη μου, εξηγεί περισσότερα από κάθε ψυχολογική ανάλυση.

Το επάγγελμα του ψυχολόγου στην Ελλάδα είναι νομοθετικά ρυθμισμένο, με τον ν. 991/1979 και τον ν. 2646/1998, και απαιτεί πτυχίο και άδεια άσκησης επαγγέλματος. Η χρήση του τίτλου χωρίς αυτά συνιστά αντιποίηση επαγγέλματος και διώκεται ποινικά. Ο τίτλος «ψυχοθεραπευτής» όμως δεν είναι θεσμικά κατοχυρωμένος, όπως έχει απαντήσει ρητά το Υπουργείο Υγείας σε κοινοβουλευτικό έλεγχο, μαζί με τους τίτλους «σύμβουλος ψυχικής υγείας» και «life coach». Η ίδια η ψυχοθεραπεία, δυνάμει του π.δ. 157/1991, αποτελεί πράξη που μπορεί να ασκείται από νευρολόγους, ψυχιάτρους και ψυχολόγους.

Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο που το ευρύ κοινό δεν έχει λόγο να γνωρίζει. Η πράξη είναι ρυθμισμένη, ο τίτλος δεν είναι. Οποιοσδήποτε μπορεί σήμερα νομίμως να αυτοαποκαλείται ψυχοθεραπευτής ή θεραπευτής, να ανοίξει γραφείο, να διαφημιστεί και να δεχτεί ανθρώπους σε ψυχική ευαλωτότητα. Ο πολίτης δεν έχει πού να ελέγξει τίποτα από αυτά.

Θέλω να είμαι ακριβής για το πού βρίσκεται το πρόβλημα, γιατί εδώ γίνεται συχνά μια σύγχυση που με ενοχλεί. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία γίνεται κυρίως εκτός πανεπιστημίου. Αυτό ισχύει σε ολόκληρη την Ευρώπη και δεν είναι ελληνική παθογένεια. Η ψυχοθεραπεία δεν μαθαίνεται από αμφιθέατρο. Μαθαίνεται σε βάθος χρόνου, μέσα από βιωματική εκπαίδευση, εποπτεία και προσωπική θεραπεία, δηλαδή με το να δουλέψει κανείς πρώτα με τον ίδιο του τον εαυτό. Τετραετείς εκπαιδεύσεις σε σοβαρά ινστιτούτα, με κλινική πρακτική και εποπτεία, παράγουν επαρκείς θεραπευτές, και τα ευρωπαϊκά πιστοποιητικά όπως το ECP στηρίζονται ακριβώς σε αυτή τη διαδρομή.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν ελέγχει ποια από αυτά τα κέντρα είναι σοβαρά. Ένα ινστιτούτο με τριάντα χρόνια ιστορίας, αυστηρά κριτήρια εισαγωγής και υποχρεωτική εποπτεία βρίσκεται στην ίδια ακριβώς νομική θέση με κάποιον που πουλά πιστοποιητικό μετά από ένα τριήμερο σεμινάριο. Αυτό δεν αδικεί μόνο τον πολίτη. Αδικεί κατά κύριο λόγο όσους έχουν επενδύσει χρόνια και χρήματα σε πραγματική εκπαίδευση, γιατί τους τοποθετεί στο ίδιο ράφι με τον καθένα.

Τι θα μπορούσε να κάνει η Πολιτεία

Δεν είμαι νομικός και δεν πιστεύω ότι η λύση είναι περισσότερη γραφειοκρατία. Έχω δει αρκετές ρυθμίσεις που φόρτωσαν χαρτιά στους ήδη τυπικούς και άφησαν ανέγγιχτους όσους λειτουργούν στο περιθώριο. Πιστεύω όμως σε πέντε πράγματα, με αυτή τη σειρά.

Πρώτον, κατοχύρωση του τίτλου, με πλήρη αναγνώριση της ως τώρα διαδρομής των κέντρων εκπαίδευσης στην ψυχοθεραπεία. Ο όρος «ψυχοθεραπευτής» χρειάζεται να προστατευθεί νομοθετικά, όχι όμως με τρόπο που να απαιτεί απαραιτήτως πανεπιστημιακό μεταπτυχιακό. Τα κριτήρια υπάρχουν ήδη και είναι ευρωπαϊκά: προηγούμενες σπουδές σε συναφές πεδίο, ολοκληρωμένη πολυετής εκπαίδευση σε πιστοποιημένο εκπαιδευτικό κέντρο αναγνωρισμένης προσέγγισης, τεκμηριωμένες ώρες εποπτευόμενης κλινικής πρακτικής και προσωπική θεραπεία. Και, αυτονόητα, μεταβατική διάταξη: όποιος ήδη ασκεί με τεκμηριωμένη εκπαίδευση εγγράφεται με βάση αυτήν, χωρίς να ξαναπεράσει από την αρχή μια διαδρομή που έχει ήδη κάνει.

Δεύτερον, ο έλεγχος να πάει εκεί όπου υπάρχει η τεχνογνωσία. Η δική μου πρόταση είναι δύο επιπέδων: το κράτος πιστοποιεί και ελέγχει τα εκπαιδευτικά κέντρα, με σαφή κριτήρια ως προς το πρόγραμμα, τις ώρες, την εποπτεία και τους εκπαιδευτές τους, και κάθε πιστοποιημένο κέντρο πιστοποιεί τους δικούς του θεραπευτές και εγγυάται γι’ αυτούς. Το αποτέλεσμα καταγράφεται σε ένα δημόσιο κρατικό μητρώο. Με αυτόν τον τρόπο δεν δημιουργείται μια νέα υπηρεσία που θα εξετάζει έναν έναν τους επαγγελματίες χωρίς να ξέρει τι αξιολογεί, και ταυτόχρονα σταματά η σημερινή κατάσταση όπου ο καθένας αυτοπιστοποιείται.

Τρίτον, το μητρώο πρέπει να είναι ελεύθερα προσβάσιμο. Ο πολίτης να μπορεί να πληκτρολογήσει ένα όνομα και να δει σε τριάντα δευτερόλεπτα ποια εκπαίδευση έχει αυτός ο άνθρωπος, από ποιο κέντρο, και αν έχει άδεια ψυχολόγου ή ιατρού. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το μοναδικό μέτρο που πραγματικά αλλάζει τη ζωή του κόσμου, και είναι και το φθηνότερο από όλα.

Τέταρτον, ρύθμιση της διαφήμισης. Εδώ ο έλεγχος είναι τεχνικά εύκολος και η απόδοση μεγάλη: απαγόρευση ισχυρισμών ίασης για συγκεκριμένες παθήσεις χωρίς τεκμηρίωση, απαγόρευση χρήσης μαρτυριών πελατών ως απόδειξης αποτελεσματικότητας, και υποχρέωση σαφούς δήλωσης του πραγματικού τίτλου και της εκπαίδευσης σε κάθε ιστοσελίδα και καταχώριση. Η διαφήμιση είναι το σημείο εισόδου. Αν καθαρίσει αυτή, καθαρίζει το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος.

Επιπλέον χρειάζεται πολύ αυστηρή θεσμοθέτηση πλαισίου για πλατφόρμες μάρκετιγκ που λανσάρουν υπηρεσίες online ψυχοθεραπείας οι οποίες πέρα από τη γκρίζα νομική ζώνη που βρίσκονται προς το παρόν ξεπερνούν συχνά τα δεοντολογικά όρια μπαίνοντας σε «ταιριάσματα μέσω αλγορίθμων» που αξιολογούν. Εποπτεία σαφώς χρειάζεται και στα social media όπου ακόμα και άτομα που δεν έχουν σχέση με την ψυχική υγεία κάνουν ράλυ clickbate και SEO δημιουργώντας παραπληροφόρηση αντί ψυχοεκπαίδευσης.

Πέμπτον, εφαρμογή του ορίου που ήδη υπάρχει: ιατρικές πράξεις εκτελούν ιατροί. Δεν χρειάζεται νέος νόμος γι’ αυτό, χρειάζεται να λειτουργήσει ο υπάρχων. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι ιατρική πράξη και δεν διεκδικεί να γίνει, αλλά ούτε και η έγχυση, η παρέμβαση στο αίμα ή η χορήγηση ουσίας είναι ψυχοθεραπευτική πράξη.

Τι μπορεί να ελέγξει κανείς πριν εμπιστευτεί κάποιον

Μέχρι να αλλάξει το πλαίσιο, μένουν κάποια ερωτήματα που αξίζει να θέτει ο καθένας, και που κανένας σοβαρός επαγγελματίας δεν θα ενοχληθεί να απαντήσει.

  • Ποιο είναι το βασικό σας πτυχίο και έχετε άδεια άσκησης επαγγέλματος;
  • Ποια ακριβώς προσέγγιση εφαρμόζετε και πού εκπαιδευτήκατε σε αυτήν;
  • Υπάρχει δημοσιευμένη έρευνα για τη μέθοδο αυτή στο συγκεκριμένο πρόβλημα που έχω;
  • Τι ακριβώς μου υπόσχεστε αν μου υπόσχεστε, σε πόσο χρόνο, και πώς θα ξέρουμε και οι δύο αν δεν πετύχει;
  • Συνεργάζεστε με τον θεράποντα ιατρό μου; Είστε μέλος σε κάποιο επαγγελματικό φορέα που μπορώ να απευθυνθώ αν έχω παράπονο;

 

Δύο σημάδια που αξίζει να τα πάρει κανείς στα σοβαρά: η υπόσχεση γρήγορης λύσης σε δύο ή τρεις συνεδρίες, και η προτροπή, άμεση ή έμμεση, να μειώσει ή να διακόψει κάποιος μια ιατρική αγωγή. Το δεύτερο δεν είναι διαφορετική φιλοσοφία. Είναι κόκκινη γραμμή.

Το ζητούμενο δεν είναι η ειρωνεία

Θα ήταν εύκολο να γράψει κανείς αυτό το κείμενο με τόνο ανωτερότητας απέναντι σε όσους πηγαίνουν σε τέτοιους χώρους. Θα ήταν και λάθος.

Οι άνθρωποι που στρέφονται εκεί ζητούν πράγματα απολύτως εύλογα: χρόνο, προσοχή, μια εξήγηση που να στέκει, την αίσθηση ότι κάτι μπορούν να κάνουν, την ελπίδα ότι δεν τελείωσαν. Το ότι κάποιοι τα πουλούν χωρίς να τα υποστηρίζει τίποτα δεν κάνει τις ανάγκες λιγότερο γνήσιες. Το συμπέρασμα για όσους δουλεύουμε με επιστημονική τεκμηρίωση δεν είναι να ειρωνευτούμε τη ζήτηση, αλλά να αναρωτηθούμε γιατί δεν την καλύπτουμε εμείς. Η σοβαρότητα και η ζεστασιά δεν είναι αντίθετα. Το ότι έχουμε αφήσει τη δεύτερη στους λάθος ανθρώπους είναι δικό μας πρόβλημα, όχι δικό τους.

Αν αναζητάτε έναν θεραπευτικό χώρο όπου η ιστορία σας ακούγεται ολόκληρη και ταυτόχρονα η δουλειά που γίνεται στηρίζεται σε τεκμηριωμένη γνώση, η συστημική θεραπεία προσφέρει έναν τέτοιο χώρο. Μπορείτε να επικοινωνήσετε για μια πρώτη συζήτηση.

Πηγές δεδομένων

Δημοσιογραφική καταγραφή των δημόσιων ισχυρισμών περί «αναδρομικής θεραπείας» και «προηγούμενων ζωών», Ναυτεμπορική, 17 Σεπτεμβρίου 2026. naftemporiki.gr

U.S. Food and Drug Administration, ενημέρωση για τις εγχύσεις πλάσματος που προσφέρονται εμπορικά, 6 Δεκεμβρίου 2024. fda.gov

Απάντηση του Υπουργείου Υγείας σε κοινοβουλευτικό έλεγχο σχετικά με την άσκηση του επαγγέλματος του ψυχοθεραπευτή, Βουλή των Ελλήνων. hellenicparliament.gr

Mental Health Europe, οδηγός επιλογής επαγγελματία ψυχικής υγείας στην Ελλάδα, 2026. mentalhealtheurope.org

Βιβλιογραφία

Astin, J. A. (1998). Why patients use alternative medicine: Results of a national study. JAMA, 279(19), 1548–1553. https://doi.org/10.1001/jama.279.19.1548

Coyne, J. C., & Tennen, H. (2010). Positive psychology in cancer care: Bad science, exaggerated claims, and unproven medicine. Annals of Behavioral Medicine, 39(1), 16–26. https://doi.org/10.1007/s12160-009-9154-z

Crawford, R. (1980). Healthism and the medicalization of everyday life. International Journal of Health Services, 10(3), 365–388. https://doi.org/10.2190/3H2H-3XJN-3KAY-G9NY

Ford, B. Q., Lam, P., John, O. P., & Mauss, I. B. (2018). The psychological health benefits of accepting negative emotions and thoughts: Laboratory, diary, and longitudinal evidence. Journal of Personality and Social Psychology, 115(6), 1075–1092. https://doi.org/10.1037/pspp0000157

Johnson, S. B., Park, H. S., Gross, C. P., & Yu, J. B. (2018a). Use of alternative medicine for cancer and its impact on survival. JNCI: Journal of the National Cancer Institute, 110(1), 121–124. https://doi.org/10.1093/jnci/djx145

Johnson, S. B., Park, H. S., Gross, C. P., & Yu, J. B. (2018b). Complementary medicine, refusal of conventional cancer therapy, and survival among patients with curable cancers. JAMA Oncology, 4(10), 1375–1381. https://doi.org/10.1001/jamaoncol.2018.2487

Kaptchuk, T. J., Kelley, J. M., Conboy, L. A., Davis, R. B., Kerr, C. E., Jacobson, E. E., Kirsch, I., Schyner, R. N., Nam, B. H., Nguyen, L. T., Park, M., Rivers, A. L., McManus, C., Kokkotou, E., Drossman, D. A., Goldman, P., & Lembo, A. J. (2008). Components of placebo effect: Randomised controlled trial in patients with irritable bowel syndrome. BMJ, 336(7651), 999–1003. https://doi.org/10.1136/bmj.39524.439618.25

Leichsenring, F., & Steinert, C. (2017). Is cognitive behavioral therapy the gold standard for psychotherapy? The need for plurality in treatment and research. JAMA, 318(14), 1323–1324. https://doi.org/10.1001/jama.2017.13737

Lilienfeld, S. O. (2007). Psychological treatments that cause harm. Perspectives on Psychological Science, 2(1), 53–70. https://doi.org/10.1111/j.1745-6916.2007.00029.x

Lilienfeld, S. O., Ritschel, L. A., Lynn, S. J., Cautin, R. L., & Latzman, R. D. (2014). Why ineffective psychotherapies appear to work: A taxonomy of causes of spurious therapeutic effectiveness. Perspectives on Psychological Science, 9(4), 355–387. https://doi.org/10.1177/1745691614535216

Meyersburg, C. A., Bogdan, R., Gallo, D. A., & McNally, R. J. (2009). False memory propensity in people reporting recovered memories of past lives. Journal of Abnormal Psychology, 118, 399–404.

Spanos, N. P., Menary, E., Gabora, N. J., DuBreuil, S. C., & Dewhirst, B. (1991). Secondary identity enactments during hypnotic past-life regression: A sociocognitive perspective. Journal of Personality and Social Psychology, 61(2), 308–320.

Steinert, C., Munder, T., Rabung, S., Hoyer, J., & Leichsenring, F. (2017). Psychodynamic therapy: As efficacious as other empirically supported treatments? A meta-analysis testing equivalence of outcomes. American Journal of Psychiatry, 174(10), 943–953. https://doi.org/10.1176/appi.ajp.2017.17010057

Thompson, T., Terhune, D. B., Oram, C., Sharangparni, J., Rouf, R., Solmi, M., Veronese, N., & Stubbs, B. (2019). The effectiveness of hypnosis for pain relief: A systematic review and meta-analysis of 85 controlled experimental trials. Neuroscience & Biobehavioral Reviews, 99, 298–310. https://doi.org/10.1016/j.neubiorev.2019.02.013

Τα σημαντικότερα σημεία του άρθρου

  1. Η στροφή σε εναλλακτικές προσεγγίσεις δεν εξηγείται από απελπισία ή έλλειψη μόρφωσης: οι χρήστες τείνουν να έχουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και επιλέγουν με βάση τη συμφωνία των προσεγγίσεων αυτών με τις δικές τους αξίες (Astin, 1998).
  2. Όταν η υγεία ανάγεται σε υπέρτατη αξία και ταυτόχρονα σε ατομική ευθύνη, η αρρώστια αρχίζει να βιώνεται ως προσωπική αποτυχία (Crawford, 1980).
  3. Ασθενείς με ιάσιμους καρκίνους που επέλεξαν εναλλακτική θεραπεία αντί της συμβατικής είχαν σημαντικά χειρότερη επιβίωση στους περισσότερους τύπους καρκίνου που εξετάστηκαν (Johnson, Park, Gross, & Yu, 2018a).
  4. Η χρήση συμπληρωματικών προσεγγίσεων συνδέθηκε με αυξημένη άρνηση σκελών της ενδεδειγμένης αγωγής, και αυτή η άρνηση με διπλάσιο κίνδυνο θανάτου (Johnson, Park, Gross, & Yu, 2018b).
  5. Το ισχυρότερο μεμονωμένο συστατικό του φαινομένου του εικονικού φαρμάκου αποδείχθηκε η υποστηρικτική σχέση με τον επαγγελματία, όχι η ίδια η παρέμβαση (Kaptchuk et al., 2008).
  6. Υπάρχουν είκοσι έξι καταγεγραμμένες αιτίες για τις οποίες μια αναποτελεσματική παρέμβαση μοιάζει αποτελεσματική, και αφορούν εξίσου τους επαγγελματίες που πιστεύουν ειλικρινά στη μέθοδό τους (Lilienfeld, Ritschel, Lynn, Cautin, & Latzman, 2014).
  7. Οι ισχυρισμοί ότι το «μαχητικό πνεύμα» και οι θετικές ψυχολογικές καταστάσεις επηρεάζουν την εξέλιξη του καρκίνου δεν συμβαδίζουν με τα διαθέσιμα δεδομένα (Coyne & Tennen, 2010).
  8. Η αποδοχή των δυσάρεστων συναισθημάτων, και όχι η πίεση για διαρκή θετικότητα, συνδέεται με καλύτερη ψυχολογική υγεία έξι μήνες αργότερα (Ford, Lam, John, & Mauss, 2018).
  9. Η ύπνωση έχει τεκμηριωμένο αναλγητικό αποτέλεσμα που εξαρτάται έντονα από την υπνωτική υποβλητικότητα του κάθε ανθρώπου (Thompson et al., 2019).
  10. Το περιεχόμενο των «προηγούμενων ζωών» διαμορφώνεται από τις υποβολές του υπνωτιστή και περιέχει ιστορικά λάθη, ενώ η ένταση της εμπειρίας τροφοδοτεί την πεποίθηση ότι ήταν αληθινή (Spanos, Menary, Gabora, DuBreuil, & Dewhirst, 1991).
  11. Άτομα που αναφέρουν ανακτημένες αναμνήσεις προηγούμενων ζωών εμφανίζουν αυξημένη τάση σχηματισμού ψευδών αναμνήσεων σε εργαστηριακές δοκιμασίες (Meyersburg, Bogdan, Gallo, & McNally, 2009).
  12. Οι τεχνικές ανάκτησης αναμνήσεων περιλαμβάνονται ρητά στις ψυχολογικές παρεμβάσεις με τεκμηριωμένο δυναμικό βλάβης, με συνέπειες που φτάνουν ως την εξάρτηση από τον θεραπευτή και τη βλάβη της οικογένειας (Lilienfeld, 2007).
  13. Στην Ελλάδα η ψυχοθεραπεία ως πράξη ρυθμίζεται από το π.δ. 157/1991, ο τίτλος «ψυχοθεραπευτής» όμως δεν είναι θεσμικά κατοχυρωμένος, κενό που αφήνει τον πολίτη χωρίς δυνατότητα ελέγχου και εξισώνει τα σοβαρά εκπαιδευτικά κέντρα με τα τριήμερα σεμινάρια.
  14. Ο χαρακτηρισμός της γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας ως μοναδικού χρυσού κανόνα έχει αμφισβητηθεί στη βιβλιογραφία, με κλήση για πλουραλισμό στη θεραπεία και στην έρευνα (Leichsenring & Steinert, 2017), ενώ μετα-ανάλυση ισοδυναμίας με έλεγχο της μεροληψίας των ερευνητών βρήκε την ψυχοδυναμική θεραπεία ισοδύναμη με τεκμηριωμένες θεραπείες, εύρημα που ωστόσο έχει δεχθεί κριτική (Steinert, Munder, Rabung, Hoyer, & Leichsenring, 2017).

 

Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη εκτίμηση από ιατρό ή αδειούχο επαγγελματία ψυχικής υγείας. Δεν αποτελεί σχολιασμό εκκρεμούς δικαστικής υπόθεσης ούτε αξιολόγηση συγκεκριμένων προσώπων, τα οποία καλύπτονται από το τεκμήριο αθωότητας. Καμία θεραπευτική αγωγή δεν θα πρέπει να τροποποιείται ή να διακόπτεται χωρίς συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό. Αν δυσκολεύεστε αυτή την περίοδο, η συζήτηση με έναν αδειούχο επαγγελματία είναι ένα καλό πρώτο βήμα.