Πρόληψη αυτοκτονίας: τι λέει η έρευνα και πότε η θεραπεία σε γραφείο δεν αρκεί

Στατιστικά, παράγοντες κινδύνου και προστασίας, ένα πρωτόκολλο διερεύνησης , και τα όρια της ασφαλούς εξωνοσοκομειακής ψυχοθεραπείας με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Πρόληψης της Αυτοκτονίας.

Στέφανος Σταυρινός

Ψυχολόγος / Οικογενειακός Θεραπευτής

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Πρόληψη αυτοκτονίας, παράθυρο το σούρουπο

Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Πρόληψης της Αυτοκτονίας κλείνει την τριετή θεματική περίοδο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, 2024 έως 2026, με τίτλο «Αλλάζοντας την Αφήγηση για την Αυτοκτονία» και το κάλεσμα σε δράση «Ξεκινήστε τη Συζήτηση». Το μήνυμα δεν είναι τυχαίο. Το πώς μιλάμε δημόσια για την αυτοκτονικότητα, αν το κάνουμε με ενοχή ή με κατανόηση, με σιωπή ή με ερώτηση, επηρεάζει το αν κάποιος που δυσκολεύεται θα μιλήσει έγκαιρα. Η πρόληψη αυτοκτονίας αφορά όλους, όχι μόνο ειδικούς ψυχικής υγείας.

Γράφω αυτό το άρθρο ως ψυχολόγος, όχι ως εξειδικευμένος στην αυτοκτονικότητα ή ψυχίατρος. Δεν φιλοδοξώ να εξαντλήσω ένα εξαιρετικά πολύπλοκο κλινικό ζήτημα σε ένα άρθρο. Θέλω απλώς να μοιραστώ, με βάση την τρέχουσα βιβλιογραφία και την επίσημη καθοδήγηση, πώς το σκέφτομαι στην πράξη. Και, το ίδιο σημαντικό, πού σταματούν τα όρια της δικής μου δουλειάς.

Τι δείχνουν οι στατιστικές

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, περισσότεροι από 720.000 άνθρωποι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους από αυτοκτονία παγκοσμίως. Η πιο πρόσφατη εκτίμηση κάνει λόγο για 727.000 θανάτους το 2021. Η αυτοκτονία παραμένει η τρίτη συχνότερη αιτία θανάτου στην ηλικιακή ομάδα 15 έως 29 ετών, ενώ το 73% των αυτοκτονιών παγκοσμίως καταγράφεται σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Για κάθε θάνατο από αυτοκτονία εκτιμάται ότι υπάρχουν περίπου 20 απόπειρες, αριθμός που δείχνει πόσο μεγαλύτερος είναι ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κρίση σε σχέση με όσους τελικά καταλήγουν.

Στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του ΠΟΥ καταγράφονται πάνω από 120.000 θάνατοι από αυτοκτονία ετησίως. Στην Ελλάδα, το Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών της ΚΛΙΜΑΚΑΣ κατέγραψε 2.946 θανάτους την περίοδο 2020 έως 2025, εκ των οποίων 579 το 2025. Ο Κυριάκος Κατσαδώρος, Επιστημονικός Διευθυντής της ΚΛΙΜΑΚΑΣ και Εθνικός Αντιπρόσωπος στη Διεθνή Ένωση για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας, τόνισε σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ των χωρών με τα χαμηλότερα καταγεγραμμένα ποσοστά αυτοκτονιών στην Ευρώπη. Πρόσθεσε όμως ότι αυτό δεν πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό, καθώς η ευρωπαϊκή εικόνα συνολικά δείχνει ότι το ζήτημα παραμένει σοβαρό, με μεγάλες διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε χώρες.

Παράγοντες κινδύνου: ποιες διαταραχές, και τι δείχνει η έρευνα

Η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση μελετών ψυχολογικής αυτοψίας εξέτασε 37 μελέτες από 23 χώρες και κατέταξε την ισχύ 40 παραγόντων κινδύνου για αυτοκτονία. Οι μελέτες αυτές ανασυνθέτουν το ιστορικό ανθρώπων που πέθαναν από αυτοκτονία μέσα από δομημένες συνεντεύξεις με οικεία τους πρόσωπα. Η παρουσία οποιασδήποτε ψυχικής διαταραχής συνδέθηκε με 13 φορές υψηλότερο κίνδυνο.

Ανάμεσα στις επιμέρους διαγνώσεις, η κατάθλιψη είχε τη μεγαλύτερη συσχέτιση, περίπου 11 φορές υψηλότερος κίνδυνος, ακολουθούμενη από τη μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας, περίπου 9 φορές, τις διαταραχές του σχιζοφρενικού φάσματος, σχεδόν 8 φορές, και τη διπολική διαταραχή, σχεδόν 5 φορές. Οι διαταραχές χρήσης αλκοόλ και ουσιών είχαν μικρότερη αλλά ακόμη σημαντική συσχέτιση, γύρω στις 3 φορές υψηλότερο κίνδυνο (Favril, Yu, Uyar, Sharpe, & Fazel, 2022).

Αξίζει μια διευκρίνιση εδώ, γιατί βοηθά να μη διαβάζονται αυτοί οι αριθμοί λάθος. Πρόκειται για ακατέργαστες αναλογίες πιθανοτήτων από μελέτες ασθενών μάρτυρα σε ενήλικο πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας, όχι για εργαλεία πρόβλεψης σε επίπεδο συγκεκριμένου ανθρώπου. Οι ίδιοι οι ερευνητές σημειώνουν ότι όταν οι αναλύσεις προσαρμόζονται για άλλους παράγοντες, οι σχέσεις αυτές συνήθως μικραίνουν, σε ορισμένες περιπτώσεις στο μισό. Με πιο απλά λόγια ότι κάποιος έχει κατάθλιψη δεν σημαίνει ότι διατρέχει προσωπικά 11 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο. Σημαίνει ότι, σε επίπεδο πληθυσμού, η κατάθλιψη είναι από τους ισχυρότερους δείκτες που έχουμε βρει μέχρι τώρα.

Η ίδια μελέτη εξέτασε και το οικογενειακό ιστορικό ως ξεχωριστό πεδίο. Οικογενειακό ιστορικό αυτοκτονίας συνδέθηκε με σχεδόν 4 φορές υψηλότερο κίνδυνο, και οικογενειακό ιστορικό ψυχικής διαταραχής με πάνω από 5 φορές (Favril et al., 2022).

Η ίδια μελέτη εξέτασε και έναν ευρύτερο κύκλο κοινωνικοδημογραφικών παραγόντων, με μικρότερη αλλά ακόμη σημαντική συσχέτιση. Η κοινωνική απομόνωση είχε τη μεγαλύτερη ισχύ ανάμεσά τους, περίπου 4 φορές υψηλότερος κίνδυνος, ακολουθούμενη από την ανεργία, σχεδόν 4 φορές, και το χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, σχεδόν 3 φορές. Χαμηλότερη εκπαίδευση, το να ζει κανείς μόνος, το να μην είναι παντρεμένος και το χαμηλό εισόδημα είχαν παρόμοιο μέγεθος συσχέτισης, γύρω στις 2 με 2,5 φορές (Favril et al., 2022).

Αυτοί οι παράγοντες δεν λειτουργούν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον. Η ανεργία συχνά φέρνει απομόνωση. Η απομόνωση συχνά φέρνει διάλυση σχέσεων. Και το να ζει κανείς μόνος δεν σημαίνει πάντα μοναξιά, όπως και το να είναι παντρεμένος δεν εγγυάται σύνδεση. Το κοινό νήμα ανάμεσά τους δεν είναι η κατάσταση καθαυτή, είναι το αν υπάρχει γύρω από τον άνθρωπο ένα δίκτυο που τον κρατά. Αυτό επανέρχεται σε όλη αυτή τη συζήτηση, από τους προστατευτικούς παράγοντες μέχρι τη συνέχεια της φροντίδας μετά από μια νοσηλεία.

Σε ότι αφορά την πρόβλεψη της αυτοκτονικότητας με βάση ιστορικό αυτοκτονίας στην οικογένεια σουηδική μελέτη με βάση εθνικά μητρώα, που παρακολούθησε πάνω από 1,7 εκατομμύρια ανθρώπους για δύο δεκαετίες, βρήκε ότι όταν ένας αδερφός πεθαίνει από αυτοκτονία, ο κίνδυνος αυτοκτονίας για τον επιζώντα αδερφό ή αδερφή είναι περίπου 3,2 φορές υψηλότερος στις γυναίκες και 2,4 φορές υψηλότερος στους άντρες (Rostila, Saarela, & Kawachi, 2013). Πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση για τον θάνατο γονιού από αυτοκτονία βρήκε παρόμοιο μέγεθος κινδύνου, περίπου 3 φορές υψηλότερο για την ίδια την αυτοκτονία του παιδιού (Calderaro, Baethge, Bermpohl, Gutwinski, Schouler-Ocak, & Henssler, 2021).

Και οι δύο απώλειες, δηλαδή, μοιάζουν να κουβαλούν παρόμοιο βάρος κινδύνου. Αυτό έχει νόημα από συστημική σκοπιά. Η αυτοκτονία ενός μέλους δεν αφήνει άθικτη τη δομή της οικογένειας, όποια θέση κι αν είχε το πρόσωπο μέσα σε αυτήν. Αλλάζει τους ρόλους, τις σιωπές, το τι επιτρέπεται να ειπωθεί και τι όχι. Ένας αδερφός μπορεί να νιώσει πίεση να αναπληρώσει κάτι. Ένας γονιός μπορεί να αποσυρθεί συναισθηματικά από τα υπόλοιπα παιδιά μέσα στο δικό του πένθος. Και το ίδιο το γεγονός μπορεί να γίνει κάτι για το οποίο η οικογένεια δεν ξαναμιλά. Αυτή η σιωπή, όχι μόνο η γενετική ή περιβαλλοντική προδιάθεση, είναι μέρος του πώς μεταδίδεται ο κίνδυνος μέσα σε μια οικογένεια.

Ένα τελευταίο εύρημα από τη μελέτη των Favril και συνεργατών αξίζει να αναφερθεί, γιατί συνδέεται στενά με το πώς δουλεύω. Ανάμεσα σε δυσμενή γεγονότα ζωής, η σύγκρουση σε σχέση είχε από τις ισχυρότερες συσχετίσεις με αυτοκτονία, μαζί με νομικά προβλήματα και οικογενειακές συγκρούσεις. Και ο χρόνος έχει σημασία: όταν ένα τέτοιο γεγονός είχε συμβεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν τον θάνατο, ο κίνδυνος ήταν πάνω από 10 φορές υψηλότερος σε σχέση με όσους δεν είχαν βιώσει κάτι αντίστοιχο (Favril et al., 2022). Η αυτοκτονική κρίση, δηλαδή, συχνά δεν ξεσπά στο κενό. Ξεσπά μέσα σε ένα δίκτυο σχέσεων που βρίσκεται σε κρίση την ίδια στιγμή.

Προστατευτικοί παράγοντες

Η ίδια βιβλιογραφία δείχνει και την αντίστροφη πλευρά. Ανασκόπηση 46 μετα-αναλύσεων στο JAMA Psychiatry βρήκε ότι θρησκευτική ένταξη, γάμος και αίσθηση σύνδεσης με το σχολείο λειτουργούν σταθερά ως προστατευτικοί παράγοντες σε πολλαπλές μελέτες και πολιτισμικά πλαίσια (Na et al., 2025).

Τα τρία αυτά πράγματα έχουν κάτι κοινό, αν τα δει κανείς συστημικά. όλα περιγράφουν μια θέση μέσα σε ένα δίκτυο ανθρώπων που σε αναγνωρίζει και σε κρατά. Δεν προστατεύουν επειδή προσφέρουν παρηγοριά αφηρημένα. Προστατεύουν επειδή κάποιος θα το πάρει είδηση αν λείψεις, κάποιος περιμένει να σε δει την Κυριακή, κάποιος θα ρωτήσει πού είσαι. Η συνέχεια της φροντίδας μετά από μια κρίση, που αναλύω παρακάτω, δουλεύει με την ίδια λογική.

Ο μύθος ότι η ερώτηση «βάζει την ιδέα»

Ένας από τους πιο διαδεδομένους φόβους, τόσο σε επαγγελματίες όσο και στο ευρύ κοινό, είναι ότι το να ρωτήσουμε κάποιον ευθέως αν σκέφτεται να αυτοκτονήσει μπορεί να του βάλει την ιδέα ή να επιδεινώσει την κατάστασή του. Η βιβλιογραφία δεν επιβεβαιώνει αυτόν τον φόβο. Ανασκόπηση μελετών που εξέτασε ακριβώς αυτό το ερώτημα δεν βρήκε καμία στατιστικά σημαντική αύξηση του αυτοκτονικού ιδεασμού από την άμεση ερώτηση. Αντίθετα, υπήρχαν ενδείξεις ότι η ερώτηση μπορεί να μειώσει τον ιδεασμό και να διευκολύνει την πρόσβαση σε βοήθεια (Dazzi, Gribble, Wessely, & Fear, 2014).

Ο Κυριάκος Κατσαδώρος το είπε πολύ απλά σε πρόσφατη συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Αυτός ο φόβος εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά δεν επιβεβαιώνεται από τα επιστημονικά δεδομένα». Το σημαντικό δεν είναι οι σωστές λέξεις, τόνισε, αλλά ο τρόπος. Μια ερώτηση με ηρεμία, χωρίς κριτική, χωρίς τη βιασύνη να διορθώσουμε αμέσως αυτό που νιώθει ο άλλος.

Πώς διερευνώ συστηματικά την αυτοκτονικότητα στην πράξη

Στην πρόληψη αυτοκτονίας, ο ρόλος του ψυχολόγου δεν είναι να προβλέψει με βεβαιότητα, αλλά να διερευνήσει συστηματικά. Στην κλινική μου πρακτική, όταν προκύπτουν ενδείξεις αυτοκτονικού ιδεασμού, είτε γιατί το φέρνει ο ίδιος ο θεραπευόμενος είτε γιατί το εντοπίζω μέσα από αλλαγές που περιγράφει ή παρατηρώ, δεν αρκούμαι σε μια γενική εντύπωση. Χρησιμοποιώ δομημένη διερεύνηση με βάση τη λογική της Κλίμακας Σοβαρότητας Αυτοκτονικότητας Columbia, γνωστής διεθνώς ως C-SSRS. Πρόκειται για ένα από τα πιο ευρέως μελετημένα εργαλεία διεθνώς, το οποίο ξεχωρίζει με σαφήνεια τον ιδεασμό, δηλαδή τις σκέψεις, από τη συμπεριφορά, δηλαδή την προετοιμασία ή την απόπειρα, και καταγράφει τη σοβαρότητα, τη συχνότητα και την ύπαρξη συγκεκριμένου σχεδίου (Posner et al., 2011).

Πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση στο British Journal of Psychiatry εξέτασε την προγνωστική ισχύ της κλίμακας για μελλοντικές απόπειρες, θανατηφόρες και μη, και επιβεβαίωσε ότι τα υψηλότερα επίπεδα σοβαρότητας ιδεασμού και η ύπαρξη προηγούμενης συμπεριφοράς σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο μελλοντικής απόπειρας (Daray et al., 2025). Παράλληλα δεν θέλω να παρουσιάσω το εργαλείο ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι μια δομημένη συνέντευξη που υποστηρίζει την κλινική κρίση, όχι έναν αλγόριθμο που προβλέπει με βεβαιότητα ποιος θα κάνει απόπειρα. Πρόσφατη ανάλυση στο Frontiers in Psychiatry υπενθυμίζει ότι ακόμη και εργαλεία με ισχυρή ερευνητική τεκμηρίωση έχουν περιορισμένη προγνωστική αξία σε επίπεδο μεμονωμένου ατόμου, ειδικά σε πλαίσια επειγόντων περιστατικών, και προτείνει να μετατοπίσουμε τη συζήτηση από το ποιο σκορ δικαιολογεί νοσηλεία σε μια πιο σύνθετη αξιολόγηση κινδύνου και αναγκών, που λαμβάνει υπόψη και το σχεσιακό πλαίσιο του ανθρώπου (Greiner, Huber, Prada, & Large, 2025). Αυτή η ισορροπία, δομημένη διερεύνηση χωρίς μηχανιστική βεβαιότητα, είναι η πιο τίμια στάση που ξέρω απέναντι σε ένα ζήτημα όπου η αβεβαιότητα είναι μέρος της πραγματικότητας.

Πότε η θεραπεία σε γραφείο δεν αρκεί

Η ψυχοθεραπεία σε εξωνοσοκομειακό πλαίσιο, σε ένα γραφείο, μία φορά την εβδομάδα, είναι σχεδιασμένη για να δουλεύει με σχετικά σταθερή, διαχειρίσιμη ψυχική κατάσταση. Δεν είναι σχεδιασμένη ως το μοναδικό πλαίσιο ασφάλειας όταν ο κίνδυνος είναι άμεσος και σοβαρός, και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται έτσι. Η βιβλιογραφία δίνει συγκεκριμένα ερείσματα για αυτή τη διάκριση.

Δανική μελέτη με βάση εθνικά μητρώα, που παρακολούθησε διαχρονικά μεγάλο πληθυσμό, έδειξε ότι ο κίνδυνος αυτοκτονίας κορυφώνεται απότομα γύρω από την ψυχιατρική νοσηλεία, τόσο κατά την εισαγωγή όσο και, ιδιαίτερα, μετά την έξοδο (Qin & Nordentoft, 2005). Μεταγενέστερη δανική μελέτη επιβεβαίωσε ότι η σοβαρότητα του κινδύνου σχετίζεται με την ένταση της ψυχιατρικής φροντίδας που έχει λάβει κάποιος τον προηγούμενο χρόνο. Αυτό το εύρημα χρειάζεται προσοχή στην ανάγνωσή του, γιατί η ένταση της φροντίδας αντανακλά εν μέρει και τη βαρύτητα της υποκείμενης κατάστασης. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ίδια η φροντίδα προκαλεί τον κίνδυνο (Hjorthøj, Madsen, Agerbo, & Nordentoft, 2014).

Το σημείο κλειδί όμως δεν είναι μόνο πότε χρειάζεται νοσηλεία. Είναι τι συμβαίνει μετά. Μεγάλη αμερικανική μελέτη σε εφήβους έδειξε ότι η έγκαιρη εξωνοσοκομειακή παρακολούθηση, μέσα σε επτά ημέρες από το εξιτήριο μιας ψυχιατρικής νοσηλείας, συνδέεται με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο μεταγενέστερου θανάτου από αυτοκτονία (Fontanella et al., 2020). Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι θεραπεία σε γραφείο ή νοσηλεία, σαν να πρόκειται για δύο αμοιβαία αποκλειόμενες επιλογές. Είναι πώς οργανώνεται η συνέχεια της φροντίδας γύρω από τις πιο ευάλωτες στιγμές, πριν, κατά τη διάρκεια, και ιδιαίτερα αμέσως μετά από μια περίοδο εντατικότερης ψυχιατρικής παρακολούθησης.

Τα όρια της δικής μου πρακτικής

Ως ψυχολόγος, αυτονόητα δεν συνταγογραφώ φαρμακευτική αγωγή και δεν έχω την αρμοδιότητα να εισηγηθώ νοσηλεία. Στην Ελλάδα, η ακούσια νοσηλεία διέπεται από τον Ν. 2071/1992 και απαιτεί εισαγγελική εντολή ύστερα από δύο ανεξάρτητες ιατρικές γνωματεύσεις. Είναι δηλαδή μια νομική και ψυχιατρική διαδικασία, όχι κάτι που μπορεί να αποφασίσει ή να εκτελέσει μόνος του ένας ψυχολόγος, και καλό είναι αυτό να είναι ξεκάθαρο και στον θεραπευόμενο.

Όταν, μέσα από τη δομημένη διερεύνηση, προκύπτει ενεργός αυτοκτονικός ιδεασμός με σχέδιο, πρόσβαση σε μέσο, ή ιστορικό πρόσφατης απόπειρας, η θεραπεία σε γραφείο δεν αρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει την ασφάλεια, όσο καλή σχέση κι αν έχουμε χτίσει. Σε αυτές τις περιπτώσεις μέρος της δουλειάς μου είναι να το ονομάσω ξεκάθαρα στον θεραπευόμενο, να ενεργοποιήσω συνεργασία με ψυχίατρο για αξιολόγηση, και όταν ο κίνδυνος είναι άμεσος, με υπηρεσίες επείγουσας ψυχιατρικής φροντίδας. Και να μην αφήσω τον άνθρωπο μόνο του σε αυτό το ενδιάμεσο διάστημα.

Εδώ η συστημική μου κατάρτιση με βοηθά με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Δεν βλέπω τον θεραπευόμενο ως μεμονωμένο άτομο που πρέπει να «κρατηθεί» μόνος του μέχρι να περάσει η κρίση. Τον βλέπω μέσα στο δίκτυο των σχέσεών του, και αυτό το δίκτυο γίνεται μέρος του σχεδίου ασφάλειας όποτε αυτό είναι εφικτό και επιθυμητό από τον ίδιο. Ποιος στο οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον μπορεί να ξέρει τι συμβαίνει; Ποιος μπορεί να μείνει κοντά τις επόμενες μέρες; Η παραπομπή σε ψυχίατρο δεν είναι για μένα αποτυχία της θεραπείας. Είναι μέρος ενός ευρύτερου δικτύου φροντίδας γύρω από το άτομο, στο οποίο συμμετέχουν η οικογένεια, ο θεραπευτής, ο ψυχίατρος, καμιά φορά και το σχολείο ή ο χώρος εργασίας. Το να δουλεύω με ασφάλεια σημαίνει ακριβώς αυτό. Να ξέρω πού σταματούν τα δικά μου εργαλεία και πού αρχίζει η ανάγκη για κάτι περισσότερο.

Τι να κάνετε αν ανησυχείτε για κάποιον

Αν αναγνωρίζετε σε κάποιο πρόσωπο του περιβάλλοντός σας σημάδια όπως απόσυρση, απώλεια ενδιαφέροντος, έντονη ευερεθιστότητα, παραμέληση εαυτού, αυξημένη χρήση αλκοόλ ή ουσιών, ή φράσεις όπως «δεν αντέχω άλλο» ή «δεν έχει νόημα τίποτα», η επίσημη καθοδήγηση είναι σαφής. Μην περιμένετε μια ρητή δήλωση για να κινητοποιηθείτε. Ρωτήστε απευθείας, με ηρεμία και χωρίς κριτική. Ακούστε πραγματικά την απάντηση, χωρίς να βιαστείτε να διορθώσετε το συναίσθημα. Αν υπάρχει άμεσος κίνδυνος, το άτομο δεν πρέπει να μείνει μόνο του, και χρειάζεται άμεση ενεργοποίηση επαγγελματικής βοήθειας.

Στην Ελλάδα, η Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018 της ΚΛΙΜΑΚΑ λειτουργεί σε 24ωρη βάση, όλο τον χρόνο, στελεχωμένη από επαγγελματίες ψυχικής υγείας που αξιολογούν τον κίνδυνο και συνδέουν με τις κατάλληλες υπηρεσίες. Η 24ωρη Γραμμή Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης 10306 του Υπουργείου Υγείας είναι διαθέσιμη δωρεάν για οποιοδήποτε ζήτημα ψυχικής υγείας αφορά τον καλούντα ή κάποιο πρόσωπο του περιβάλλοντός του. Σε περίπτωση άμεσου και επικείμενου κινδύνου, χρειάζεται άμεση κινητοποίηση των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης στο 112.

Συμπέρασμα

Η αυτοκτονική κρίση, όπως το θέτει ο Κυριάκος Κατσαδώρος, δεν εμφανίζεται συνήθως αποκομμένη από την προηγούμενη πορεία του ανθρώπου. Είναι συνήθως η κορύφωση μιας ευαλωτότητας, όχι η αρχή της. Αυτό σημαίνει ότι η πρόληψη έχει πολλά σημεία εισόδου, πολύ πριν από την οξεία κρίση. Στην αναγνώριση σημαδιών. Στη δομημένη και τίμια ερώτηση. Στη συνεργασία ανάμεσα σε ψυχολόγο και ψυχίατρο όταν χρειάζεται. Στη συνέχεια της φροντίδας γύρω από τις πιο ευάλωτες στιγμές, και στο δίκτυο σχέσεων που κρατά κάποιον ακόμα κι όταν ο ίδιος δεν έχει πια δύναμη να κρατηθεί μόνος του. Ως ψυχολόγος, η δουλειά μου δεν είναι να αντικαταστήσω αυτό το δίκτυο. Είναι να ξέρω πότε το χρειάζομαι, και να μη διστάσω να το ενεργοποιήσω.

Αν αναγνωρίζετε δυσκολίες που θέλετε να δουλέψετε σε ένα ασφαλές πλαίσιο, η συστημική θεραπεία προσφέρει έναν χώρο γι’ αυτό. Μπορείτε να επικοινωνήσετε για μια πρώτη συζήτηση.

Πηγές δεδομένων

World Health Organization. (2025). Suicide [Fact sheet]. who.int/news-room/fact-sheets/detail/suicide

ΚΛΙΜΑΚΑ, Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών. Κ. Κατσαδώρος, Επιστημονικός Διευθυντής ΚΛΙΜΑΚΑ, συνέντευξη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, 9 Σεπτεμβρίου 2026. news4health.gr

ΚΛΙΜΑΚΑ, Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018. suicide-help.gr

Υπουργείο Υγείας, 24ωρη Γραμμή Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης 10306. 10306.gr

Βιβλιογραφία

Calderaro, M., Baethge, C., Bermpohl, F., Gutwinski, S., Schouler-Ocak, M., & Henssler, J. (2021). Offspring’s risk for suicidal behaviour in relation to parental death by suicide: systematic review and meta-analysis and a model for familial transmission of suicide. The British Journal of Psychiatry, 220(3), 121–129. https://doi.org/10.1192/bjp.2021.158

Daray, F. M., Grendas, L. N., Neupane, S. P., Chiapella, L. C., Fisher, P. W., Gould, M. S., Posner, K., Galfalvy, H., Jaffe, C., & Mann, J. J. (2025). Prediction of fatal and non-fatal suicide attempts by the Columbia Suicide Severity Rating Scale (C-SSRS): systematic review and meta-analysis. The British Journal of Psychiatry, 229, 218–231. https://doi.org/10.1192/bjp.2025.10316

Dazzi, T., Gribble, R., Wessely, S., & Fear, N. T. (2014). Does asking about suicide and related behaviours induce suicidal ideation? What is the evidence? Psychological Medicine, 44(16), 3361–3363. https://doi.org/10.1017/S0033291714001299

Favril, L., Yu, R., Uyar, A., Sharpe, M., & Fazel, S. (2022). Risk factors for suicide in adults: systematic review and meta-analysis of psychological autopsy studies. Evidence Based Mental Health, 25(4), 148–155. https://doi.org/10.1136/ebmental-2022-300549

Fontanella, C. A., Warner, L. A., Steelesmith, D. L., Brock, G., Bridge, J. A., & Campo, J. V. (2020). Association of timely outpatient mental health services for youths after psychiatric hospitalization with risk of death by suicide. JAMA Network Open, 3(8), e2012887. https://doi.org/10.1001/jamanetworkopen.2020.12887

Greiner, C., Huber, J., Prada, P., & Large, M. (2025). Beyond risk: rethinking hospitalization for suicidal individuals. Frontiers in Psychiatry, 16. https://doi.org/10.3389/fpsyt.2025.1684927

Hjorthøj, C. R., Madsen, T., Agerbo, E., & Nordentoft, M. (2014). Risk of suicide according to level of psychiatric treatment: a nationwide nested case–control study. Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology, 49(9), 1357–1365. https://doi.org/10.1007/s00127-014-0860-x

Na, P. J., Shin, J., Kwak, H. R., Lee, J., Jester, D. J., Bandara, P., Kim, J. Y., Moutier, C. Y., Pietrzak, R. H., Oquendo, M. A., & Jeste, D. V. (2025). Social determinants of health and suicide-related outcomes. JAMA Psychiatry, 82(4), 337. https://doi.org/10.1001/jamapsychiatry.2024.4241

Posner, K., Brown, G. K., Stanley, B., Brent, D. A., Yershova, K. V., Oquendo, M. A., Currier, G. W., Melvin, G. A., Greenhill, L., Shen, S., & Mann, J. J. (2011). The Columbia–Suicide Severity Rating Scale: Initial validity and internal consistency findings from three multisite studies with adolescents and adults. American Journal of Psychiatry, 168(12), 1266–1277. https://doi.org/10.1176/appi.ajp.2011.10111704

Qin, P., & Nordentoft, M. (2005). Suicide risk in relation to psychiatric hospitalization: evidence based on longitudinal registers. Archives of General Psychiatry, 62(4), 427. https://doi.org/10.1001/archpsyc.62.4.427

Rostila, M., Saarela, J., & Kawachi, I. (2013). Suicide following the death of a sibling: a nationwide follow-up study from Sweden. BMJ Open, 3(4), e002618. https://doi.org/10.1136/bmjopen-2013-002618

Τα σημαντικότερα σημεία του άρθρου

  1. Παγκοσμίως πεθαίνουν πάνω από 720.000 άνθρωποι τον χρόνο από αυτοκτονία. Στην Ελλάδα καταγράφηκαν 579 θάνατοι το 2025, αριθμός χαμηλός συγκριτικά με την Ευρώπη αλλά όχι λόγος εφησυχασμού (ΠΟΥ, ΚΛΙΜΑΚΑ 2025).
  2. Ανάμεσα στις ψυχικές διαταραχές, η κατάθλιψη έχει τη μεγαλύτερη συσχέτιση με αυτοκτονία, ακολουθούμενη από τη μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας και τις διαταραχές του σχιζοφρενικού φάσματος (Favril et al., 2022).
  3. Η αυτοκτονία αδερφού και η αυτοκτονία γονιού συνδέονται με παρόμοιο μέγεθος αυξημένου κινδύνου για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, περίπου 2,4 έως 3,2 φορές υψηλότερο (Rostila et al., 2013, Calderaro et al., 2021).
  4. Θρησκευτική ένταξη, γάμος και σύνδεση με το σχολείο λειτουργούν σταθερά ως προστατευτικοί παράγοντες σε πολλαπλές μελέτες (Na et al., 2025).
  5. Καμία μελέτη δεν έχει βρει ότι η άμεση ερώτηση για αυτοκτονικό ιδεασμό αυξάνει τον κίνδυνο. Αντίθετα, μπορεί να τον μειώσει (Dazzi et al., 2014).
  6. Ο κίνδυνος κορυφώνεται γύρω από την ψυχιατρική νοσηλεία, και η έγκαιρη συνέχεια φροντίδας μετά την έξοδο μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο (Qin & Nordentoft, 2005, Fontanella et al., 2020).
  7. Ακόμη και τα πιο τεκμηριωμένα εργαλεία αξιολόγησης κινδύνου, όπως η κλίμακα Columbia, δεν προβλέπουν με βεβαιότητα ποιος θα κάνει απόπειρα. Υποστηρίζουν την κλινική κρίση, δεν την αντικαθιστούν (Posner et al., 2011, Greiner et al., 2025).

Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Πρόληψης της Αυτοκτονίας, με σκοπό την επιστημονική ενημέρωση του κοινού. Δεν αποτελεί εργαλείο αυτοδιάγνωσης, κλινική αξιολόγηση ή υποκατάστατο επαγγελματικής βοήθειας. Αν εσείς ή κάποιο πρόσωπο του περιβάλλοντός σας βρίσκεστε σε κρίση ή σκέφτεστε την αυτοκτονία, επικοινωνήστε άμεσα με τη Γραμμή Παρέμβασης 1018 της ΚΛΙΜΑΚΑ ή την 24ωρη Γραμμή Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης 10306, ή απευθυνθείτε σε υπηρεσία επειγόντων περιστατικών.

κάρτα βοήθειας για αυτοκτονικότητα