Τελειομανία στις σχέσεις: όταν η ανάγκη για το «σωστό» αρχίζει να φθείρει την οικειότητα

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

 

Στέφανος Σταυρινός

Ψυχολόγος – Συστημικός / Οικογενειακός Θεραπευτής

τελειομανία στις σχέσεις

Τι είναι η τελειομανία στις σχέσεις και πώς τις επηρεάζει;

Η τελειομανία στις σχέσεις δεν αφορά μόνο την ανάγκη να γίνονται όλα σωστά. Συχνά εμφανίζεται ως υψηλές απαιτήσεις, φόβος λάθους, δυσκολία στην ευαλωτότητα και ανάγκη ελέγχου, επηρεάζοντας άμεσα την οικειότητα, την επικοινωνία και την ικανοποίηση από τον δεσμό.

Η τελειομανία είναι από εκείνες τις έννοιες που στη δημόσια συζήτηση συχνά εμφανίζονται πιο “θετικές” απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα. Σίγουρα σε αυτό μπορεί να συντελεί ως ένα βαθμό και η μετάφραση του όρου perfectionism στα ελληνικά που πιθανά δεν αποδίδει ακριβώς το ίδιο νόημα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που τη χρησιμοποιούν σχεδόν ως χαρακτηριστικό υπερηφάνειας: ως ένδειξη ότι έχουν υψηλά στάνταρ, ότι προσέχουν τις λεπτομέρειες ή ότι δεν συμβιβάζονται εύκολα. Σε αυτό το επίπεδο, η τελειομανία μοιάζει να συνδέεται με υπευθυνότητα, επιμέλεια και στόχευση.

Η ψυχολογική έρευνα, ωστόσο, δίνει μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Η τελειομανία δεν αφορά μόνο την επιδίωξη υψηλών προτύπων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το άτομο σχετίζεται με το λάθος. Συνδέεται με αυξημένο φόβο αποτυχίας, έντονη αυτοκριτική, υπερβολική αυτοπαρατήρηση και μια δυσκολία να αντέξει κανείς την αίσθηση ότι κάτι δεν είναι “όπως θα έπρεπε”. Σε πολλές περιπτώσεις, η αξία του εαυτού συνδέεται άμεσα με την επίδοση, γεγονός που κάνει κάθε απόκλιση να βιώνεται όχι απλώς ως λάθος αλλά ως ένδειξη ανεπάρκειας.

Αυτή η λογική αποκτά ιδιαίτερη σημασία μέσα στις ρομαντικές σχέσεις. Σε αντίθεση με άλλους τομείς της ζωής, όπως η εργασία ή οι σπουδές, οι στενές σχέσεις δεν προσφέρουν σαφή κριτήρια αξιολόγησης. Δεν υπάρχει “σωστή” εκτέλεση, ούτε αντικειμενικός τρόπος να μετρηθεί η ποιότητα της σύνδεσης. Οι σχέσεις περιλαμβάνουν ασάφεια, καθυστερήσεις, συναισθηματικές μεταπτώσεις, στιγμές ασυνεννοησίας και αναπόφευκτες ατέλειες.

Ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται η ένταση της τελειομανίας. Όσο περισσότερο το άτομο δυσκολεύεται να ανεχτεί την αβεβαιότητα και την ατέλεια, τόσο περισσότερο επιχειρεί —συνειδητά ή ασυνείδητα— να οργανώσει τη σχέση με όρους ορθότητας. Έτσι, η σχέση αρχίζει σταδιακά να μετατοπίζεται: από χώρο συνάντησης γίνεται χώρος αξιολόγησης.

Η σχετική έρευνα δείχνει με συνέπεια ότι οι πιο πιεστικές μορφές τελειομανίας σχετίζονται με χαμηλότερη ικανοποίηση από τη σχέση, αυξημένες συγκρούσεις, μειωμένη οικειότητα και δυσκολίες στη διατήρηση της δέσμευσης. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι μορφές εκείνες όπου το άτομο είτε απαιτεί τελειότητα από τον σύντροφο είτε βιώνει ότι πρέπει το ίδιο να είναι τέλειο για να γίνει αποδεκτό. Αυτές οι μορφές φαίνεται να επηρεάζουν όχι μόνο τη συμπεριφορά, αλλά και τον τρόπο που ερμηνεύονται οι πράξεις του άλλου.

Παράλληλα, η τελειομανία δεν εμφανίζεται αποκομμένη από το υπόλοιπο ψυχολογικό σύστημα. Συνδέεται με εμπειρίες από την οικογένεια προέλευσης, με γονικές προσδοκίες και κριτική, με ψυχολογικό έλεγχο, αλλά και με ευρύτερα μοτίβα αυτορρύθμισης και διαχείρισης άγχους. Με αυτόν τον τρόπο, αυτό που φαίνεται ως “απαιτητικότητα μέσα στη σχέση” συχνά αποτελεί έκφραση μιας βαθύτερης σχεσιακής λογικής.

Όταν η σχέση γίνεται πεδίο αξιολόγησης

Μια από τις πιο ουσιαστικές επιδράσεις της τελειομανίας στις σχέσεις είναι η μεταφορά της λογικής της αξιολόγησης μέσα στον συναισθηματικό δεσμό. Εκεί όπου η σχέση θα μπορούσε να λειτουργεί ως χώρος αποδοχής και συναισθηματικής ασφάλειας, αρχίζει να βιώνεται ως πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να επιβεβαιώνεται συνεχώς μια μορφή “επάρκειας”.

Αυτό μπορεί να πάρει διαφορετικές κατευθύνσεις. Σε κάποιες περιπτώσεις, το άτομο στρέφει την απαίτηση προς τον εαυτό του π.χ. «Ακόμα κι όταν είμαι κουρασμένος, προσπαθώ να είμαι ήρεμος και διαθέσιμος, γιατί δεν θέλω να τον/την επιβαρύνω.» Προσπαθεί να είναι σταθερά διαθέσιμο, κατανοητικό, συναισθηματικά επαρκές, ώριμο, χωρίς “λάθη”. Μπορεί να παρακολουθεί διαρκώς τον τρόπο που εκφράζεται, να επεξεργάζεται υπερβολικά όσα λέει ή να προσπαθεί να προλάβει πιθανές αντιδράσεις του συντρόφου.

Σε άλλες περιπτώσεις, η απαίτηση στρέφεται προς τον άλλον π.χ. «Αν ήθελε πραγματικά, θα έβρισκε χρόνο. Δεν γίνεται να είσαι σε σχέση και να μην είσαι διαθέσιμος όταν σε χρειάζομαι.». Ο σύντροφος αξιολογείται ως προς το πόσο ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένα πρότυπα: πόσο διαθέσιμος είναι, πόσο κατανοεί, πόσο συνεπής, πόσο “σωστά” εκφράζει τα συναισθήματά του. Οι αποκλίσεις από αυτά τα πρότυπα δεν βιώνονται απλώς ως διαφορές, αλλά ως ελλείψεις.

Αυτό που αλλάζει σε βάθος είναι ο συναισθηματικός τόνος της σχέσης. Η σύνδεση αρχίζει να συνοδεύεται από ένταση. Η παρουσία του άλλου δεν φέρνει μόνο εγγύτητα, αλλά και μια σιωπηρή απαίτηση. Η σχέση παύει να λειτουργεί ως χώρος όπου μπορεί κανείς να αποσυμπιεστεί από τις πιέσεις της καθημερινότητας και γίνεται ακόμη ένα πλαίσιο στο οποίο χρειάζεται να ανταποκριθεί σωστά. Και εδώ συναντά κανείς πραγματικά κρίσιμο: η τελειομανία δεν φθείρει μόνο επειδή δημιουργεί την απαίτηση για περισσότερα, αλλά επειδή μετατρέπει την αγάπη σε συνθήκη. Η αποδοχή παύει να είναι δεδομένη και γίνεται έμμεσα εξαρτημένη από τη συμμόρφωση σε κάποια πρότυπα.

Ακόμη κι αν αυτά τα πρότυπα δεν εκφράζονται ανοιχτά, γίνονται αισθητά μέσα στη σχέση. Στην πράξη, αυτό μπορεί να εκδηλώνεται με αυξημένη ευαισθησία σε μικρές αποκλίσεις: στον τόνο της φωνής, στον χρόνο ανταπόκρισης, στον τρόπο που εκφράζεται η φροντίδα ή η προσοχή. Μπορεί να εκδηλώνεται ως δυσκολία ανοχής ενός λάθους, ως έντονη απογοήτευση όταν ο άλλος “δεν καταλαβαίνει”, ή ως αίσθηση ότι η σχέση θα έπρεπε να είναι πιο σταθερή, πιο ξεκάθαρη, πιο ήρεμη.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτές οι επιθυμίες δεν έχουν βάση. Το πρόβλημα είναι ότι αποκτούν χαρακτήρα αναγκαιότητας. Δεν αφήνουν χώρο για την ατέλεια που είναι εγγενής σε κάθε ανθρώπινη σχέση. Έτσι, η πραγματικότητα της σχέσης —που είναι αναπόφευκτα ατελής— έρχεται διαρκώς σε σύγκρουση με την προσδοκία για το πώς “θα έπρεπε” να είναι.

Αυτή η σύγκρουση δεν είναι πάντα εκρηκτική. Συχνά είναι πιο ήπια, αλλά σταθερή. Εκφράζεται ως μια διαρκής αίσθηση ότι κάτι δεν είναι αρκετό. Και αυτή η αίσθηση, όταν παραμένει, διαβρώνει σταδιακά την οικειότητα.

Οι μορφές τελειομανίας που επηρεάζουν τη σχέση

Η τελειομανία στις σχέσεις γίνεται ιδιαίτερα επιβαρυντική όταν μετατρέπεται σε διαπροσωπική απαίτηση, δηλαδή όταν ο ένας σύντροφος περιμένει από τον άλλον να ανταποκρίνεται σε εξαιρετικά υψηλά πρότυπα.

Η τελειομανία δεν είναι ένα ενιαίο χαρακτηριστικό. Η σύγχρονη βιβλιογραφία δείχνει ότι αποτελείται από διακριτές διαστάσεις, οι οποίες δεν έχουν όλες την ίδια επίδραση στις διαπροσωπικές σχέσεις. Αυτή η διάκριση είναι σημαντική, γιατί βοηθά να κατανοήσουμε γιατί ορισμένοι άνθρωποι με υψηλά στάνταρ μπορούν να διατηρούν ικανοποιητικές σχέσεις, ενώ άλλοι βιώνουν έντονη δυσφορία και σύγκρουση.

Οι πιο επιβαρυντικές μορφές είναι εκείνες που έχουν σαφή διαπροσωπικό προσανατολισμό.

Η πρώτη αφορά την τελειομανία που στρέφεται προς τον σύντροφο. Σε αυτή την περίπτωση, το άτομο θέτει υψηλά και συχνά άκαμπτα πρότυπα για τον άλλον. Δεν πρόκειται μόνο για προσδοκίες, αλλά για μια πιο βαθιά πεποίθηση ότι η σχέση θα πρέπει να λειτουργεί με συγκεκριμένο τρόπο και ότι ο σύντροφος οφείλει να ανταποκρίνεται σε αυτόν. Έτσι μπορεί να εξωτερικεύεται με εκφράσεις όπως: ««Θα έπρεπε να καταλαβαίνεις τι χρειάζομαι χωρίς να στο λέω. Αν με αγαπούσες πραγματικά, θα το ήξερες.» ή «Δεν γίνεται κάθε φορά να σου λέω τα ίδια. Γιατί δεν μπορείς απλά να το κάνεις σωστά;»

Η δεύτερη μορφή αφορά την τελειομανία που βιώνεται ως πίεση από τον άλλο σύντροφο. Εδώ, το άτομο νιώθει ότι πρέπει να είναι διαρκώς επαρκές, να μην κάνει λάθη και να διατηρεί μια εικόνα “σωστής” παρουσίας μέσα στη σχέση για να γίνει αποδεκτό. Αυτή η εμπειρία συνδέεται συχνά με αυξημένο άγχος, αυτοπαρατήρηση και φόβο απόρριψης. Για παράδειγμα κάποια μπορεί να σκεφτεί: «Πριν του μιλήσω, σκέφτομαι δέκα φορές τι θα πω για να μην πω κάτι λάθος και απογοητευτεί.»

Οι δύο αυτές μορφές δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Συχνά ενισχύουν η μία την άλλη. Όταν κάποιος απαιτεί υψηλά επίπεδα ανταπόκρισης από τον σύντροφό του, ο άλλος μπορεί να αρχίσει να βιώνει μεγαλύτερη πίεση να ανταποκριθεί. Αυτή η πίεση, με τη σειρά της, μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της αυθεντικότητας, μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα και τελικά σε απομάκρυνση.

Αντίθετα, οι μορφές τελειομανίας που αφορούν υψηλά προσωπικά στάνταρ χωρίς έντονη αυτοκριτική ή διαπροσωπική πίεση φαίνεται να έχουν πιο ουδέτερη ή ακόμη και λιγότερο επιβαρυντική επίδραση. Το να επιδιώκει κανείς ποιότητα ή να έχει στόχους δεν είναι από μόνο του προβληματικό. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η επίδοση γίνεται όρος αποδοχής — είτε από τον εαυτό είτε από τον άλλον.

Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη και θεραπευτικά, γιατί δείχνει ότι δεν χρειάζεται να “εξαλειφθεί” κάθε μορφή υψηλών στάνταρ. Αυτό που χρειάζεται να μετακινηθεί είναι η άκαμπτη, αξιολογική και συχνά φοβική διάσταση της τελειομανίας

Αυτό μπορεί να πάρει διαφορετικές κατευθύνσεις. Σε κάποιες περιπτώσεις, το άτομο στρέφει την απαίτηση προς τον εαυτό του π.χ. «Ακόμα κι όταν είμαι κουρασμένος, προσπαθώ να είμαι ήρεμος και διαθέσιμος, γιατί δεν θέλω να τον/την επιβαρύνω.» Προσπαθεί να είναι σταθερά διαθέσιμο, κατανοητικό, συναισθηματικά επαρκές, ώριμο, χωρίς “λάθη”. Μπορεί να παρακολουθεί διαρκώς τον τρόπο που εκφράζεται, να επεξεργάζεται υπερβολικά όσα λέει ή να προσπαθεί να προλάβει πιθανές αντιδράσεις του συντρόφου.

Σε άλλες περιπτώσεις, η απαίτηση στρέφεται προς τον άλλον π.χ. «Αν ήθελε πραγματικά, θα έβρισκε χρόνο. Δεν γίνεται να είσαι σε σχέση και να μην είσαι διαθέσιμος όταν σε χρειάζομαι.». Ο σύντροφος αξιολογείται ως προς το πόσο ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένα πρότυπα: πόσο διαθέσιμος είναι, πόσο κατανοεί, πόσο συνεπής, πόσο “σωστά” εκφράζει τα συναισθήματά του. Οι αποκλίσεις από αυτά τα πρότυπα δεν βιώνονται απλώς ως διαφορές, αλλά ως ελλείψεις.

Αυτό που αλλάζει σε βάθος είναι ο συναισθηματικός τόνος της σχέσης. Η σύνδεση αρχίζει να συνοδεύεται από ένταση. Η παρουσία του άλλου δεν φέρνει μόνο εγγύτητα, αλλά και μια σιωπηρή απαίτηση. Η σχέση παύει να λειτουργεί ως χώρος όπου μπορεί κανείς να αποσυμπιεστεί από τις πιέσεις της καθημερινότητας και γίνεται ακόμη ένα πλαίσιο στο οποίο χρειάζεται να ανταποκριθεί σωστά. Και εδώ συναντά κανείς πραγματικά κρίσιμο: η τελειομανία δεν φθείρει μόνο επειδή δημιουργεί την απαίτηση για περισσότερα, αλλά επειδή μετατρέπει την αγάπη σε συνθήκη. Η αποδοχή παύει να είναι δεδομένη και γίνεται έμμεσα εξαρτημένη από τη συμμόρφωση σε κάποια πρότυπα.

Ακόμη κι αν αυτά τα πρότυπα δεν εκφράζονται ανοιχτά, γίνονται αισθητά μέσα στη σχέση. Στην πράξη, αυτό μπορεί να εκδηλώνεται με αυξημένη ευαισθησία σε μικρές αποκλίσεις: στον τόνο της φωνής, στον χρόνο ανταπόκρισης, στον τρόπο που εκφράζεται η φροντίδα ή η προσοχή. Μπορεί να εκδηλώνεται ως δυσκολία ανοχής ενός λάθους, ως έντονη απογοήτευση όταν ο άλλος “δεν καταλαβαίνει”, ή ως αίσθηση ότι η σχέση θα έπρεπε να είναι πιο σταθερή, πιο ξεκάθαρη, πιο ήρεμη.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτές οι επιθυμίες δεν έχουν βάση. Το πρόβλημα είναι ότι αποκτούν χαρακτήρα αναγκαιότητας. Δεν αφήνουν χώρο για την ατέλεια που είναι εγγενής σε κάθε ανθρώπινη σχέση. Έτσι, η πραγματικότητα της σχέσης —που είναι αναπόφευκτα ατελής— έρχεται διαρκώς σε σύγκρουση με την προσδοκία για το πώς “θα έπρεπε” να είναι.

Αυτή η σύγκρουση δεν είναι πάντα εκρηκτική. Συχνά είναι πιο ήπια, αλλά σταθερή. Εκφράζεται ως μια διαρκής αίσθηση ότι κάτι δεν είναι αρκετό. Και αυτή η αίσθηση, όταν παραμένει, διαβρώνει σταδιακά την οικειότητα.

Πώς η τελειομανία μειώνει την οικειότητα

Αυτοαποκάλυψη και συναισθηματική έκθεση

Ένας βασικός λόγος που η τελειομανία στις σχέσεις μειώνει την ικανοποίηση είναι ότι δυσκολεύει την αυτοαποκάλυψη, περιορίζει την ευαλωτότητα και αυξάνει τον φόβο της αρνητικής αξιολόγησης μέσα στον δεσμό.

Η οικειότητα δεν προκύπτει αυτόματα από τη συνύπαρξη ή από την αγάπη. Απαιτεί μια συγκεκριμένη ψυχολογική συνθήκη: την αίσθηση ότι μπορώ να εκφραστώ χωρίς να διακινδυνεύω τη θέση μου στη σχέση. Όταν αυτή η συνθήκη διαταράσσεται, η οικειότητα περιορίζεται, ακόμη κι αν η σχέση παραμένει λειτουργική σε άλλα επίπεδα.

Η τελειομανία επηρεάζει ακριβώς αυτή τη συνθήκη μέσω της μείωσης της αυτοαποκάλυψης. Όταν το άτομο αισθάνεται ότι πρέπει να διατηρήσει μια εικόνα επάρκειας ή ότι θα αξιολογηθεί αρνητικά αν εκτεθεί, γίνεται πιο προσεκτικό στο τι και πώς μοιράζεται. Η σκέψη προηγείται της έκφρασης σε βαθμό που περιορίζει τη φυσικότητα της επικοινωνίας.

Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι το άτομο αποφεύγει να εκφράσει αμφιβολίες, φόβους, ζήλια, ανάγκη για επιβεβαίωση ή συναισθηματική εξάρτηση. Μπορεί επίσης να αποφεύγει να αναγνωρίσει λάθη ή να εκφράσει ευαλωτότητα, όχι επειδή δεν τα βιώνει, αλλά επειδή τα θεωρεί απειλητικά για την εικόνα του μέσα στη σχέση.

Γιατί η αυθεντικότητα περιορίζεται;

Το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα σιωπή. Συχνά πρόκειται για μια πιο “ελεγχόμενη” επικοινωνία. Οι σύντροφοι μιλούν, ανταλλάσσουν πληροφορίες, οργανώνουν την καθημερινότητα, αλλά η βαθύτερη συναισθηματική έκθεση παραμένει περιορισμένη. Η σχέση λειτουργεί, αλλά δεν βαθαίνει.

Η έρευνα δείχνει ότι αυτή η μείωση της αυτοαποκάλυψης αποτελεί βασικό μηχανισμό μέσω του οποίου η τελειομανία συνδέεται με χαμηλότερη ικανοποίηση από τη σχέση. Όταν δεν υπάρχει χώρος για αυθεντική έκφραση, η σύνδεση γίνεται πιο επιφανειακή και η αίσθηση εγγύτητας μειώνεται.

Επιπλέον, η αυτοαποκάλυψη είναι αμοιβαία διαδικασία. Όταν ο ένας περιορίζεται, συχνά περιορίζεται και ο άλλος. Έτσι δημιουργείται ένα πιο “κλειστό” σύστημα, στο οποίο η σχέση παραμένει σταθερή εξωτερικά, αλλά λιγότερο ζωντανή εσωτερικά.

Η τελειομανία επηρεάζει ακριβώς αυτή τη συνθήκη μέσω της μείωσης της αυτοαποκάλυψης. Όταν το άτομο αισθάνεται ότι πρέπει να διατηρήσει μια εικόνα επάρκειας ή ότι θα αξιολογηθεί αρνητικά αν εκτεθεί, γίνεται πιο προσεκτικό στο τι και πώς μοιράζεται. Η σκέψη προηγείται της έκφρασης σε βαθμό που περιορίζει τη φυσικότητα της επικοινωνίας.

Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι το άτομο αποφεύγει να εκφράσει αμφιβολίες, φόβους, ζήλια, ανάγκη για επιβεβαίωση ή συναισθηματική εξάρτηση. Μπορεί επίσης να αποφεύγει να αναγνωρίσει λάθη ή να εκφράσει ευαλωτότητα, όχι επειδή δεν τα βιώνει, αλλά επειδή τα θεωρεί απειλητικά για την εικόνα του μέσα στη σχέση.

Τελειομανία και συγκρούσεις στη σχέση

Από την απογοήτευση στην κριτική

Ένας ακόμη σημαντικός μηχανισμός μέσω του οποίου η τελειομανία επηρεάζει τις σχέσεις είναι ο τρόπος με τον οποίο το άτομο ερμηνεύει τη συμπεριφορά του συντρόφου. Οι αντιδράσεις δεν βασίζονται μόνο σε αυτό που συμβαίνει, αλλά και στο πώς αυτό αξιολογείται.

Όταν υπάρχουν έντονα τελειομανικά φίλτρα, τα λάθη του άλλου δύσκολα παραμένουν σε ένα περιορισμένο πλαίσιο. Τείνουν να γενικεύονται και να αποκτούν ευρύτερη σημασία. Μια μεμονωμένη συμπεριφορά μπορεί να ερμηνευτεί ως ένδειξη γενικότερης ανεπάρκειας ή έλλειψης ενδιαφέροντος.

Αυτή η τάση συνδέεται με αυτό που η βιβλιογραφία περιγράφει ως “conflict-promoting attributions”. Δηλαδή με ερμηνείες που ενισχύουν τη σύγκρουση, καθώς αποδίδουν τα αρνητικά γεγονότα σε σταθερά χαρακτηριστικά του άλλου και όχι σε συγκυριακούς παράγοντες.

Το αποτέλεσμα είναι αύξηση της κριτικής. Η επικοινωνία αρχίζει να περιλαμβάνει περισσότερες διορθώσεις, επισημάνσεις και απογοητεύσεις. Ακόμη κι όταν οι προθέσεις είναι καλές, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται μεταφέρει ένα μήνυμα αξιολόγησης.

Με την πάροδο του χρόνου, αυτό επηρεάζει τη δυναμική της σύγκρουσης. Οι διαφωνίες γίνονται πιο φορτισμένες και λιγότερο διαχειρίσιμες. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά επεκτείνεται στο “πώς είναι” ο άλλος ως σύντροφος.

Η τελειομανία στις σχέσεις λοιπόν ενισχύει την τάση για αυστηρή αξιολόγηση του συντρόφου και αυξάνει την ένταση στις συγκρούσεις.

Δυσκολία συγχώρεσης

Επιπλέον, η τελειομανία φαίνεται να συνδέεται με λιγότερη συγχώρεση. Όταν το λάθος αποκτά μεγαλύτερη σημασία, γίνεται πιο δύσκολο να αποκατασταθεί η σχέση μετά από μια σύγκρουση. Η καλή πρόθεση του άλλου αμφισβητείται πιο εύκολα και η ανάγκη για “διόρθωση” παραμένει ενεργή.

Αυτό δημιουργεί έναν κύκλο: απογοήτευση – κριτική – ένταση – δυσκολία αποκατάστασης – νέα απογοήτευση. Και μέσα σε αυτόν τον κύκλο, η σχέση σταδιακά χάνει την αίσθηση ασφάλειας.

Συναισθηματική απόσταση μέσα σε “λειτουργικές” σχέσεις

Όταν μιλάμε για προβλήματα οικειότητας, συχνά φανταζόμαστε σχέσεις με λίγη επικοινωνία, ψυχρότητα ή εμφανή απομάκρυνση. Η τελειομανία, όμως, δείχνει ότι η συναισθηματική απόσταση μπορεί να είναι πολύ πιο διακριτική και λιγότερο ορατή.

Υπάρχουν σχέσεις που λειτουργούν εξωτερικά “άψογα”. Οι σύντροφοι συνεργάζονται, οργανώνουν την καθημερινότητα, επικοινωνούν συχνά και διατηρούν μια εικόνα σταθερότητας. Ωστόσο, σε αυτές τις σχέσεις μπορεί να λείπει κάτι πιο δύσκολο να περιγραφεί: η αίσθηση χαλάρωσης μέσα στη σύνδεση. Η αίσθηση ότι μπορώ να υπάρχω χωρίς να ελέγχω διαρκώς τον εαυτό μου.

Η τελειομανία συμβάλλει σε αυτό το φαινόμενο, γιατί εισάγει στη σχέση μια συνεχή, έστω και σιωπηρή, ρύθμιση του εαυτού. Το άτομο δεν είναι απαραίτητα αποσυρμένο. Είναι παρόν, αλλά ελεγχόμενο. Δεν εκφράζεται ελεύθερα, αλλά φιλτραρισμένα. Δεν αποφεύγει τη σχέση, αλλά τη ζει με προσοχή. Π.χ. «Δεν θα δείξω τώρα ότι στεναχωρήθηκα, γιατί μπορεί να γίνει θέμα. Θα το κρατήσω και θα το πω πιο μετά, πιο σωστά.»

Αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερη μορφή απόστασης. Όχι την απόσταση της απομάκρυνσης, αλλά την απόσταση της μη πλήρους παρουσίας. Ο άλλος είναι εκεί, αλλά δεν είναι πλήρως διαθέσιμος συναισθηματικά. Και αυτή η διαφορά, όσο λεπτή κι αν είναι, γίνεται αισθητή. Με τον χρόνο, αυτή η μορφή απόστασης μπορεί να μεταφραστεί σε αίσθημα μοναξιάς μέσα στη σχέση. Το άτομο μπορεί να βιώνει ότι “είμαστε μαζί, αλλά δεν χαλαρώνω ποτέ πραγματικά” ή ότι “κάτι λείπει, χωρίς να μπορώ να το ονομάσω”. Αυτή η εμπειρία δεν σχετίζεται απαραίτητα με την ποσότητα της επικοινωνίας, αλλά με την ποιότητά της.

Η τελειομανία, λοιπόν, δεν μειώνει την οικειότητα μόνο μέσω της σύγκρουσης. Μπορεί να τη μειώσει και μέσω μιας πιο αθόρυβης διαδικασίας: της συνεχούς εσωτερικής ρύθμισης που περιορίζει την αυθεντική παρουσία.

Ο ρόλος του ελέγχου και της ανασφάλειας

Για να κατανοηθεί καλύτερα η τελειομανία στις σχέσεις, είναι σημαντικό να δούμε τη λειτουργία του ελέγχου. Σε πολλές περιπτώσεις, ο έλεγχος δεν είναι απλώς μια συμπεριφορά κυριαρχίας, αλλά ένας τρόπος διαχείρισης της ανασφάλειας. Όταν το άτομο δυσκολεύεται να αντέξει την αβεβαιότητα ή τον φόβο απώλειας της σχέσης, μπορεί να προσπαθεί να μειώσει αυτή την ένταση αυξάνοντας τον έλεγχο. Αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα συνειδητά. Μπορεί να εμφανίζεται ως ανάγκη για σαφήνεια, για σταθερότητα ή για “σωστό” τρόπο λειτουργίας της σχέσης.

Ο έλεγχος μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Μπορεί να εκφραστεί ως αυξημένη ανάγκη για επιβεβαίωση, ως προσπάθεια να καθοδηγηθεί ο τρόπος που ο άλλος εκφράζεται, ως συχνές διορθώσεις ή ως δυσκολία αποδοχής διαφορετικών ρυθμών και τρόπων λειτουργίας. Σε πιο ήπιες μορφές, μπορεί να παρουσιάζεται ως ενδιαφέρον ή φροντίδα. Η διαφορά, όμως, γίνεται αισθητή στο πώς βιώνεται από τον άλλον.

Όταν ο σύντροφος αρχίζει να νιώθει ότι περιορίζεται, ότι πρέπει να προσαρμοστεί για να αποφευχθεί η ένταση ή ότι οι αντιδράσεις του αξιολογούνται διαρκώς, τότε η σχέση μετατοπίζεται από τη συντροφικότητα προς τον έλεγχο. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα σύγκρουση, αλλά σημαίνει μείωση της ελευθερίας μέσα στη σχέση.

Από ότι φαίνεται οι πιο ελεγκτικές μορφές σχετίζονται με χαμηλότερη ικανοποίηση και με εμπειρίες ψυχικής πίεσης. Επιπλέον, ο έλεγχος συνδέεται συχνά με δυσκολίες στη συναισθηματική ρύθμιση. Δηλαδή, το άτομο που προσπαθεί να ελέγξει τον άλλον, συχνά δυσκολεύεται να διαχειριστεί τη δική του εσωτερική ένταση.

Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο: ο έλεγχος δεν είναι μόνο διαπροσωπικό φαινόμενο, αλλά και ενδοψυχική δυσκολία. Και όσο περισσότερο χρησιμοποιείται ως στρατηγική, τόσο λιγότερο αναπτύσσονται άλλοι, πιο λειτουργικοί τρόποι διαχείρισης της ανασφάλειας.

Ο εσωτερικός και ο εξωτερικός τόπος ελέγχου στη σχέση

Μια πιο λεπτή αλλά σημαντική διάσταση αφορά τον τόπο ελέγχου, δηλαδή το κατά πόσο το άτομο αντιλαμβάνεται ότι έχει επιρροή στις εμπειρίες και στις αντιδράσεις του.

Όταν το άτομο νοιώθει πως ο έλεγχος βρίσκεται περισσότερο μέσα του, τότε τείνει να αναγνωρίζει τη δική του συμβολή στη σχέση. Αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο που σκέφτεται, αντιδρά και σχετίζεται. Αυτή η στάση συνδέεται με μεγαλύτερη αίσθηση ευθύνης, αλλά και με περισσότερη ευελιξία.

Αντίθετα, όταν κυριαρχεί ένας πιο εξωτερικός τόπος ελέγχου, η σχέση βιώνεται περισσότερο ως κάτι που καθορίζεται από τον άλλον ή από εξωτερικούς παράγοντες. Το άτομο μπορεί να αισθάνεται ότι η ποιότητα της σχέσης εξαρτάται κυρίως από το αν ο σύντροφος συμπεριφέρεται “σωστά”. Αυτό ενισχύει την τάση για αξιολόγηση και πίεση προς τον άλλον.

Η διάκριση αυτή συνδέεται άμεσα με την τελειομανία. Όταν το άτομο αναζητά τον έλεγχο μέσω του άλλου, αυξάνεται η πιθανότητα να αναπτύξει άκαμπτες προσδοκίες και να βιώνει μεγαλύτερη απογοήτευση όταν αυτές δεν ικανοποιούνται. Αντίθετα, όταν αναπτύσσεται μεγαλύτερη εσωτερική ρύθμιση, μειώνεται η ανάγκη να “διορθωθεί” ο άλλος.

Οι μελέτες που εξετάζουν τον τόπο ελέγχου στις συζυγικές σχέσεις δείχνουν ότι ο πιο εσωτερικός προσανατολισμός συνδέεται με μεγαλύτερη ικανοποίηση και καλύτερη προσαρμογή. Αυτό δεν σημαίνει ότι το άτομο αγνοεί τη συμπεριφορά του άλλου, αλλά ότι δεν εξαρτά πλήρως τη δική του σταθερότητα από αυτήν.

Η τελειομανία στις σχέσεις λειτουργεί συχνά ως προσπάθεια διαχείρισης της ανασφάλειας μέσω ελέγχου.

Οικογένεια καταγωγής και τελειομανία

Σε πολλές περιπτώσεις, η τελειομανία στις σχέσεις δεν εμφανίζεται ξαφνικά στην ενήλικη ζωή, αλλά συνδέεται με πρώιμα οικογενειακά μοτίβα ελέγχου, όρων αποδοχής και αυξημένων απαιτήσεων.

Η τελειομανία δεν εμφανίζεται στο κενό. Συνδέεται συχνά με πρώιμες εμπειρίες μέσα στην οικογένεια προέλευσης και με τον τρόπο που το άτομο έμαθε να σχετίζεται με την αποδοχή, το λάθος και την αξία του.

Η μελέτη της βιβλιογραφίας δείχνει ότι οικογενειακά περιβάλλοντα με υψηλές προσδοκίες, συχνή κριτική, ψυχολογικό έλεγχο ή χαμηλή συναισθηματική συνοχή σχετίζονται με την ανάπτυξη πιο άκαμπτων μορφών τελειομανίας. Δεν πρόκειται μόνο για το τι λέγεται ρητά, αλλά και για το πώς βιώνεται η σχέση. Το παιδί δεν μαθαίνει απλώς κανόνες· μαθαίνει τι σημαίνει να “είναι αρκετό”.

Σε πλαίσια όπου η αποδοχή συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την επίδοση, το λάθος μπορεί να βιώνεται ως απειλή για τη σχέση. Η κριτική, όταν είναι συχνή ή μη διαφοροποιημένη, μπορεί να εσωτερικευτεί ως σταθερή αυτοκριτική. Ο ψυχολογικός έλεγχος —δηλαδή η χρήση ενοχής, απόσυρσης ή συναισθηματικής πίεσης— μπορεί να οδηγήσει το άτομο να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του όχι με βάση την αυθεντικότητα, αλλά με βάση την αποφυγή απώλειας της σύνδεσης.

Αυτές οι εμπειρίες δεν μεταφέρονται αυτούσιες στις ενήλικες σχέσεις, αλλά επηρεάζουν τη σχεσιακή λογική. Το άτομο μπορεί να έχει μάθει ότι η αξία του δεν είναι σταθερή, αλλά εξαρτάται από το αν ανταποκρίνεται σωστά. Μπορεί επίσης να έχει μάθει ότι η ασφάλεια στη σχέση δεν είναι δεδομένη, αλλά πρέπει να διατηρείται μέσω ελέγχου, προσπάθειας ή συμμόρφωσης.

Αυτό εξηγεί γιατί η τελειομανία στις σχέσεις δεν είναι απλώς μια “δύσκολη στάση”, αλλά μια προσπάθεια διατήρησης της σύνδεσης με τους όρους που έχουν ήδη εσωτερικευτεί. Το “πρέπει” δεν είναι μόνο γνωστικό σχήμα. Είναι σχεσιακή εμπειρία.

Υπερλειτουργία στη σχέση

Ένα μοτίβο που εμφανίζεται συχνά σε άτομα με έντονη τελειομανία είναι η υπερλειτουργία. Πρόκειται για την τάση να αναλαμβάνει κανείς περισσότερη ευθύνη από αυτή που του αναλογεί μέσα στη σχέση — τόσο σε πρακτικό όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο. Η υπερλειτουργία δεν εμφανίζεται απαραίτητα ως πρόβλημα. Συχνά συνοδεύεται από χαρακτηριστικά που κοινωνικά εκτιμώνται: υπευθυνότητα, φροντίδα, συνέπεια, σταθερότητα. Το άτομο μπορεί να οργανώνει, να προλαμβάνει, να στηρίζει, να διατηρεί τη λειτουργικότητα της σχέσης ακόμη και σε δύσκολες περιόδους.

Ωστόσο, πίσω από αυτή τη στάση συχνά υπάρχει μια λιγότερο ορατή δυναμική: η αίσθηση ότι αν δεν κρατήσει το ίδιο τον έλεγχο, κάτι σημαντικό θα χαθεί. Ότι η σχέση μπορεί να αποσταθεροποιηθεί, να χαλαρώσει ή να εκτεθεί σε κίνδυνο. Με αυτόν τον τρόπο, η υπερλειτουργία λειτουργεί ως στρατηγική διατήρησης της σταθερότητας.

Το κόστος, όμως, είναι υψηλό. Όταν η ευθύνη δεν κατανέμεται ισότιμα, δημιουργείται ανισορροπία. Το άτομο που υπερλειτουργεί μπορεί να βιώνει σταδιακά κόπωση, πίεση ή και σιωπηλή δυσαρέσκεια. Παράλληλα, ο σύντροφος μπορεί να βιώνει είτε εξάρτηση είτε περιορισμό, καθώς ο χώρος για δική του πρωτοβουλία μειώνεται.

Η έρευνα γύρω από τον ρόλο της φροντίδας και της υπερεμπλοκής δείχνει ότι η χρόνια υπερβολική ανάληψη ευθύνης σχετίζεται με χαμηλότερη ικανοποίηση από τη σχέση. Ακόμη κι όταν ξεκινά από πρόθεση στήριξης, η υπερλειτουργία τείνει να υπονομεύει την αμοιβαιότητα.

Σε αυτό το σημείο, η τελειομανία συνδέεται με μια βαθύτερη δυσκολία: την ανοχή στο “αρκετά καλό”. Όταν το άτομο δυσκολεύεται να αποδεχτεί ότι η σχέση μπορεί να λειτουργεί χωρίς να είναι άψογη, είναι πιο πιθανό να αναλάβει υπερβολικό ρόλο για να διατηρήσει τον έλεγχο.

Αυτορρύθμιση και υγιείς σχέσεις

Απέναντι στις πιεστικές μορφές τελειομανίας, η βιβλιογραφία αναδεικνύει τον ρόλο της αυτορρύθμισης ως βασικό προστατευτικό παράγοντα. Η ικανότητα του ατόμου να διαχειρίζεται τις παρορμήσεις, να επεξεργάζεται τα συναισθήματά του και να καθυστερεί την αντίδραση φαίνεται να συνδέεται με καλύτερη λειτουργία των σχέσεων.

Ο αυτοέλεγχος δεν σημαίνει καταπίεση. Δεν αφορά την απουσία συναισθήματος, αλλά τη δυνατότητα να παραμένει κανείς σε επαφή με αυτό χωρίς να το μετατρέπει άμεσα σε συμπεριφορά που επιβαρύνει τη σχέση. Για παράδειγμα, η ικανότητα να αναγνωρίσει κανείς τον θυμό χωρίς να τον εκφράσει επιθετικά, ή την ανασφάλεια χωρίς να καταφύγει σε έλεγχο.

Οι μακροχρόνιες μελέτες δείχνουν ότι υψηλότερα επίπεδα αυτορρύθμισης συνδέονται με μεγαλύτερη ικανοποίηση από τις ρομαντικές σχέσεις, καλύτερη επικοινωνία και περισσότερη εμπιστοσύνη. Παράλληλα, συνδέονται με μεγαλύτερη ικανότητα συγχώρεσης και πιο λειτουργική διαχείριση των συγκρούσεων.

Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διάκριση. Ο υγιής αυτοέλεγχος είναι ευέλικτος. Δεν εξαλείφει το συναίσθημα, ούτε το αντικαθιστά με υπερβολική λογικοποίηση. Όταν ο έλεγχος γίνεται υπερβολικός, μπορεί να οδηγήσει σε αποσύνδεση από την ίδια τη συναισθηματική εμπειρία. Σε αυτή την περίπτωση, η σχέση μπορεί να γίνει πιο “σταθερή”, αλλά λιγότερο ζωντανή.

Η ισορροπία, λοιπόν, βρίσκεται στην ικανότητα να ρυθμίζει κανείς το συναίσθημα χωρίς να το ακυρώνει. Να αντέχει την ένταση χωρίς να την αποφεύγει ή να την μεταφέρει στον άλλον.

Τελειομανία και σεξουαλική ζωή

Η επίδραση της τελειομανίας δεν περιορίζεται στη συναισθηματική και επικοινωνιακή διάσταση της σχέσης, αλλά επεκτείνεται και στη σεξουαλική λειτουργία. Αν και συχνά παραβλέπεται, αυτό το πεδίο αποτελεί σημαντικό δείκτη της ποιότητας της οικειότητας.

Η έρευνα δείχνει ότι οι πιο αγχωτικές και αυτοκριτικές μορφές τελειομανίας συνδέονται με χαμηλότερη σεξουαλική ικανοποίηση και με περισσότερες δυσκολίες στη σεξουαλική λειτουργία. Ένας βασικός μηχανισμός φαίνεται να είναι η υπερβολική αυτοπαρακολούθηση. Όταν το άτομο εστιάζει στο πώς αποδίδει, στο πώς φαίνεται ή στο αν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες, η προσοχή απομακρύνεται από την εμπειρία.

Αυτή η μετατόπιση μειώνει τη δυνατότητα χαλάρωσης και απόλαυσης. Η σεξουαλική επαφή γίνεται λιγότερο βιωματική και περισσότερο αξιολογική. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε άγχος επίδοσης, αποφυγή ή μειωμένη επιθυμία.

Παράλληλα, όταν η τελειομανία στρέφεται προς τον σύντροφο, η σεξουαλική σχέση μπορεί να επηρεαστεί μέσω της σύγκρισης ή της απογοήτευσης. Οι προσδοκίες για το πώς “θα έπρεπε” να είναι η εμπειρία μπορεί να περιορίζουν τη δυνατότητα αυθορμητισμού και αμοιβαιότητας.

Η σεξουαλική οικειότητα, όπως και η συναισθηματική, απαιτεί έναν βαθμό αποδοχής της ατέλειας. Όταν αυτός ο χώρος περιορίζεται, περιορίζεται και η ποιότητα της εμπειρίας.

Τι σημαίνουν όλα αυτά θεραπευτικά

Από θεραπευτική σκοπιά, η τελειομανία στις σχέσεις δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως γνωστική στρέβλωση ή ως δυσλειτουργική συμπεριφορά. Χρειάζεται να ιδωθεί ως τρόπος διαχείρισης της ανασφάλειας και της ανάγκης για σταθερότητα στη σύνδεση.

Πίσω από την αυστηρότητα, την κριτική ή τον έλεγχο βρίσκεται συχνά μια βαθύτερη ανησυχία: ότι χωρίς αυτά, η σχέση θα γίνει ασταθής ή ότι η αποδοχή θα χαθεί. Αυτή η ανησυχία δεν είναι απαραίτητα συνειδητή, αλλά καθοδηγεί τη συμπεριφορά.

Η θεραπευτική εργασία χρειάζεται, επομένως, να κινηθεί σε δύο επίπεδα. Από τη μία, να βοηθήσει το άτομο να αναγνωρίσει τα μοτίβα που επαναλαμβάνονται στη σχέση. Από την άλλη, να δημιουργήσει χώρο για μια διαφορετική εμπειρία σύνδεσης, όπου η αποδοχή δεν εξαρτάται από την τελειότητα.

Αυτό περιλαμβάνει τη σταδιακή ανοχή της ατέλειας, την ενίσχυση της αυτοσυμπόνιας και τη μείωση της ανάγκης για έλεγχο. Δεν πρόκειται για εύκολη μετακίνηση, ιδιαίτερα όταν η τελειομανία έχει βαθιές ρίζες. Ωστόσο, ακριβώς εκεί φαίνεται να βρίσκεται και η δυνατότητα αλλαγής.

Συμπέρασμα

Συνολικά, η τελειομανία στις σχέσεις φαίνεται να υπονομεύει την οικειότητα, τη συναισθηματική ασφάλεια και την ικανοποίηση, ιδιαίτερα όταν συνδέεται με έλεγχο, φόβο λάθους και όρους αποδοχής.

Η τελειομανία στις σχέσεις δεν είναι απλώς υψηλά στάνταρ ή ανάγκη για ποιότητα. Είναι ένας τρόπος να οργανώνεται η σύνδεση γύρω από την αποφυγή του λάθους, την αξιολόγηση και την προσπάθεια ελέγχου της αβεβαιότητας.

Όσο περισσότερο η αγάπη συνδέεται με το “πρέπει”, τόσο περισσότερο η σχέση χάνει τη λειτουργία της ως χώρος ασφάλειας. Αντί να προσφέρει ανακούφιση, γίνεται πεδίο έντασης.

Η ερευνητική βιβλιογραφία συγκλίνει στο ότι οι πιο πιεστικές μορφές τελειομανίας συνδέονται με χαμηλότερη ικανοποίηση, περισσότερη σύγκρουση, μειωμένη οικειότητα και δυσκολίες στη διατήρηση της σύνδεσης. Αντίθετα, η ευελιξία, η ανεκτικότητα στην ατέλεια και η ικανότητα αυτορρύθμισης φαίνεται να λειτουργούν προστατευτικά.

Οι στενές σχέσεις δεν αντέχουν εύκολα την τελειότητα. Αντέχουν, όμως, πολύ περισσότερο την αλήθεια, την αμοιβαιότητα και την ανθρώπινη ατέλεια.Σε πολλές περιπτώσεις, η τελειομανία εντείνεται μέσα από τις πιέσεις της καθημερινότητας και το στρες που βιώνουν τα ζευγάρια.

Βιβλιογραφία

Aizpurua, E., Copp, J., Ricarte, J., & Vazquez, D. (2017). Controlling behaviors and intimate partner violence among women in Spain: An examination of individual, partner, and relationship risk factors for physical and psychological abuse. Journal of Interpersonal Violence, 36, 231–254. https://doi.org/10.1177/0886260517723744

Allemand, M., Job, V., & Mroczek, D. (2019). Self-control development in adolescence predicts love and work in adulthood. Journal of Personality and Social Psychology. https://doi.org/10.1037/pspp0000229

Casale, S., Fioravanti, G., Baldi, V., Flett, G. L., & Hewitt, P. L. (2020). Narcissism, perfectionistic self-presentation, and relationship satisfaction from a dyadic perspective. Self and Identity, 19(8), 948–966. https://doi.org/10.1080/15298868.2019.1707272

Craddock, A. E., Church, W., & Sands, A. (2009). Family of origin characteristics as predictors of perfectionism. Australian Journal of Psychology, 61(3), 136–144. https://doi.org/10.1080/00049530802239326

Curran, T., & Hill, A. P. (2022). Young people’s perceptions of their parents’ expectations and criticism are increasing over time: Implications for perfectionism. Psychological Bulletin. https://doi.org/10.1037/bul0000347

DiPrima, A. J., Ashby, J. S., Gnilka, P. B., & Noble, C. L. (2011). Family relationships and perfectionism in middle-school students. Psychology in the Schools, 48(8), 815–827. https://doi.org/10.1002/pits.20594

Falahzade, H., & Sivandian, M. (2024). Investigating the mediating role of self-differentiation and emotion regulation in the relationship between dyadic perfectionism and marital satisfaction. The American Journal of Family Therapy, 53(1), 66–79. https://doi.org/10.1080/01926187.2024.2356853

Flett, G. L., Hewitt, P. L., Nepon, T., Sherry, S. B., & Smith, M. M. (2022). The destructiveness and public health significance of socially prescribed perfectionism: A review, analysis, and conceptual extension. Clinical Psychology Review. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2022.102130

Flett, G. L., Hewitt, P. L., Shapiro, B., & Rayman, J. (2001). Perfectionism, beliefs, and adjustment in dating relationships. Current Psychology, 20(4), 289–311. https://doi.org/10.1007/s12144-001-1013-4

Furman, C. R., Luo, S., & Pond, R. S. (2017). A perfect blame: Conflict-promoting attributions mediate the association between perfectionism and forgiveness in romantic relationships. Personality and Individual Differences, 111, 178–186. https://doi.org/10.1016/j.paid.2017.01.052

Gingras, A., Lessard, I., Mallette, F., Brassard, A., Bernier-Jarry, A., Gosselin, P., & De Pierrepont, C. (2020). Couple adaptation to the birth of a child: The roles of attachment and perfectionism. Journal of Marital and Family Therapy. https://doi.org/10.1111/jmft.12453

Gong, X., Paulson, S. E., & Wang, C. (2016). Exploring family origins of perfectionism: The impact of interparental conflict and parenting behaviors. Personality and Individual Differences, 100, 43–48. https://doi.org/10.1016/j.paid.2016.02.010

Habke, A. M., Hewitt, P. L., & Flett, G. L. (1999). Perfectionism and sexual satisfaction in intimate relationships. Journal of Psychopathology and Behavioral Assessment, 21(4), 307–322. https://doi.org/10.1023/A:1022168715349

Hamedani, K., Majzoobi, M., & Forstmeier, S. (2024). The relationship between perfectionism and marital outcomes: A systematic review and meta-analysis. Frontiers in Psychology, 15. https://doi.org/10.3389/fpsyg.2024.1456902

Haring, M., Hewitt, P. L., & Flett, G. L. (2003). Perfectionism, coping, and quality of intimate relationships. Journal of Marriage and Family, 65(1), 143–158. https://doi.org/10.1111/j.1741-3737.2003.00143.x

Hewitt, P. L., Flett, G. L., & Mikail, S. F. (1995). Perfectionism and relationship adjustment in pain patients and their spouses. Journal of Family Psychology, 9(3), 335–347. https://doi.org/10.1037/0893-3200.9.3.335

Hosseini, F., Hadizadeh-Talasaz, F., & Bahri, N. (2022). The relationship between perfectionism and sexual function: A systematic review. Iranian Journal of Psychiatry, 18(1), 83–92. https://doi.org/10.18502/ijps.v18i1.11416

Karremans, J. C., Pronk, T. M., & Van der Wal, R. C. (2015). Executive control and relationship maintenance processes: An empirical overview and theoretical integration. Social and Personality Psychology Compass, 9(6), 333–347. https://doi.org/10.1111/spc3.12177

Kim, N., & Kim, H. S. (2018). The mediating effect of self-disclosure between romantic relationship perfectionism and relationship satisfaction of college students. Korean Journal of Woman Psychology. https://doi.org/10.18205/kpa.2019.23.4.004

Mackinnon, S. P., Sherry, S. B., Antony, M. M., Stewart, S. H., Sherry, D. L., & Hartling, N. (2012). Caught in a bad romance: Perfectionism, conflict, and depression in romantic relationships. Journal of Family Psychology, 26(2), 215–225. https://doi.org/10.1037/a0027402

Piotrowski, K. (2019). Child-oriented and partner-oriented perfectionism explain different aspects of family difficulties. PLOS ONE, 14(12), e0236870. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0236870

Stoeber, J. (2012). Dyadic perfectionism in romantic relationships: Predicting relationship satisfaction and long-term commitment. Personality and Individual Differences, 53(3), 300–305. https://doi.org/10.1016/j.paid.2012.04.002

Tosun, C., & Yazıcı, H. (2021). Perceived parental relationship behaviors, dyadic perfectionism in romantic relationships and relationship quality among college students. International Journal of Psychology and Educational Studies, 8(1). https://doi.org/10.17220/ijpes.2021.8.1.223

Viens, N., Langlois, F., & Vaillancourt-Morel, M. (2025). Multidimensional perfectionism and sexual difficulties among adult couples: A dyadic cross-sectional and longitudinal study. Journal of Sex Research. https://doi.org/10.1080/00224499.2025.2456117

Τα Σημαντικότερα Σημεία του Άρθρου

Η τελειομανία στις σχέσεις μετατρέπει τη σύνδεση σε χώρο αξιολόγησης. Μειώνει την αυθεντικότητα και την οικειότητα, αυξάνει την κριτική και τον έλεγχο, και συχνά συνδέεται με παλαιότερα σχεσιακά μοτίβα. Η θεραπευτική κατεύθυνση είναι η μετακίνηση από το “πρέπει” προς μεγαλύτερη ευελιξία, αποδοχή και συναισθηματική ασφάλεια.

1. Η τελειομανία δεν αφορά μόνο τα υψηλά στάνταρ

Δεν είναι απλώς η επιδίωξη ποιότητας. Είναι ένας τρόπος να βιώνεται το λάθος ως απειλή και η αξία ως κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται συνεχώς.

2. Στις σχέσεις δεν υπάρχει “σωστός τρόπος”

Σε αντίθεση με την εργασία ή τις επιδόσεις, οι σχέσεις δεν έχουν αντικειμενικά κριτήρια. Όταν προσπαθούμε να τις κάνουμε “σωστές”, δημιουργείται πίεση αντί για σύνδεση.

3. Η σχέση μετατρέπεται σε χώρο αξιολόγησης

Αντί να λειτουργεί ως ασφαλές πλαίσιο, γίνεται ένα περιβάλλον όπου ο καθένας νιώθει ότι πρέπει να αποδεικνύει ότι είναι επαρκής.

4. Δύο βασικά μοτίβα επιβαρύνουν τη σχέση

Είτε ζητάω πολλά από τον άλλον, είτε πιέζω τον εαυτό μου να μην κάνει λάθη για να μη χάσει την αποδοχή.

5. Η οικειότητα περιορίζεται γιατί μειώνεται η αυθεντικότητα

Όταν υπάρχει φόβος αξιολόγησης, το άτομο φιλτράρει αυτό που νιώθει και λέει. Έτσι η σχέση γίνεται πιο “σωστή”, αλλά λιγότερο βαθιά.

6. Τα λάθη του άλλου αποκτούν υπερβολικό βάρος

Μικρές αποκλίσεις ερμηνεύονται ως ένδειξη γενικότερου προβλήματος, κάτι που αυξάνει την απογοήτευση και την κριτική.

7. Μπορεί να υπάρχει απόσταση χωρίς εμφανή προβλήματα

Ακόμη και σε σχέσεις που φαίνονται λειτουργικές, μπορεί να λείπει η χαλάρωση και η αίσθηση ότι “μπορώ να είμαι όπως είμαι”.

8. Ο έλεγχος συχνά κρύβει ανασφάλεια

Η ανάγκη να είναι όλα “σωστά” πολλές φορές λειτουργεί ως τρόπος να μειωθεί ο φόβος απώλειας ή αστάθειας στη σχέση.

9. Η προέλευση είναι συχνά σχεσιακή

Εμπειρίες με κριτική, προσδοκίες ή όρους αποδοχής στην οικογένεια επηρεάζουν τον τρόπο που το άτομο σχετίζεται ως ενήλικας.

10. Η υπερλειτουργία είναι μια λιγότερο εμφανής μορφή

Όταν κάποιος αναλαμβάνει τα πάντα για να “κρατήσει” τη σχέση, δημιουργείται ανισορροπία και σταδιακή κόπωση.

11. Η αυτορρύθμιση λειτουργεί προστατευτικά — με όρια

Η ικανότητα διαχείρισης συναισθημάτων βοηθά τη σχέση, αρκεί να μην μετατρέπεται σε υπερβολικό έλεγχο ή αποσύνδεση.

12. Η επίδραση φτάνει και στη σεξουαλική ζωή

Η υπερβολική αυτοπαρακολούθηση μειώνει τη χαλάρωση και την απόλαυση, γιατί η εμπειρία γίνεται πιο αξιολογική.

13. Κεντρικός θεραπευτικός άξονας

Η αλλαγή δεν αφορά μόνο τη μείωση της κριτικής, αλλά τη δημιουργία μιας σχέσης όπου η αποδοχή δεν εξαρτάται από την τελειότητα.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται με σκοπό την ενημέρωση και την ψυχοεκπαίδευση του κοινού σχετικά με ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις και την καθημερινή ψυχοκοινωνική εμπειρία. Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται βασίζονται σε σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και στην κλινική γνώση του πεδίου της ψυχολογίας. Το περιεχόμενο του άρθρου δεν υποκαθιστά την επαγγελματική ψυχολογική αξιολόγηση, τη διάγνωση ή την ψυχοθεραπευτική παρέμβαση. Οι εμπειρίες και οι δυσκολίες που περιγράφονται μπορεί να εμφανίζονται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε άνθρωπο ή ζευγάρι και χρειάζονται εξατομικευμένη κατανόηση. Ο σκοπός του κειμένου είναι να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση των ψυχολογικών διεργασιών που σχετίζονται με την καθημερινότητα των σχέσεων και να ενισχύσει τον δημόσιο διάλογο γύρω από θέματα ψυχικής υγείας. Σε περίπτωση που κάποιο από τα ζητήματα που αναφέρονται στο άρθρο αντανακλά προσωπικές δυσκολίες ή προβληματισμούς, η επικοινωνία με έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο επόμενο βήμα.

Συχνές Ερωτήσεις

Είναι η τάση να συνδέεται η αγάπη και η αποδοχή με υψηλά και συχνά άκαμπτα πρότυπα. Έτσι η σχέση αρχίζει να λειτουργεί περισσότερο ως χώρος αξιολόγησης παρά ως χώρος ασφάλειας.

Όχι. Τα υψηλά στάνταρ από μόνα τους δεν είναι πάντα πρόβλημα. Η δυσκολία αρχίζει όταν το λάθος βιώνεται ως ανεπάρκεια και όταν η αξία του εαυτού ή του άλλου εξαρτάται από το να είναι όλα “σωστά”

Συχνά αυξάνει την κριτική, την απογοήτευση, την πίεση και τον φόβο λάθους. Παράλληλα μειώνει την οικειότητα, γιατί δυσκολεύει τη χαλάρωση και την αυθεντική έκθεση.

Δύο κυρίως:

όταν ζητάω τελειότητα από τον σύντροφό μου

και όταν νιώθω ότι πρέπει εγώ να είμαι τέλειος για να με αποδεχτεί.

Γιατί δυσκολεύει την αυτοαποκάλυψη. Το άτομο σκέφτεται υπερβολικά τι θα πει, φοβάται την αρνητική αξιολόγηση και κρύβει πιο ευάλωτα κομμάτια του εαυτού του.

Ναι. Μια σχέση μπορεί να φαίνεται οργανωμένη και σταθερή, αλλά να έχει συναισθηματική απόσταση. Οι σύντροφοι είναι μαζί, αλλά δεν χαλαρώνουν πραγματικά ο ένας με τον άλλον.

Ναι. Ο έλεγχος συχνά λειτουργεί ως τρόπος διαχείρισης της ανασφάλειας. Όταν κάποιος δυσκολεύεται να αντέξει την αβεβαιότητα, μπορεί να προσπαθεί να νιώσει ασφάλεια διορθώνοντας, πιέζοντας ή ζητώντας διαρκή επιβεβαίωση.

Συχνά συνδέεται με πρώιμες εμπειρίες: υψηλές προσδοκίες, κριτική, ψυχολογικό έλεγχο ή την αίσθηση ότι η αποδοχή εξαρτάται από το να τα πηγαίνεις καλά.

Ναι. Η υπερβολική αυτοπαρακολούθηση και το άγχος επίδοσης μπορούν να μειώσουν τη χαλάρωση, την επιθυμία και την απόλαυση, γιατί η εμπειρία γίνεται πιο αξιολογική και λιγότερο βιωματική.

Ψυχοθεραπεία στην Πετρούπολη

Αν το θέμα που διαβάσατε σας αφορά και επιθυμείτε να ενημερωθείτε περισσότερο μπορείτε να δείτε πληροφορίες επικοινωνίας αλλά και πληροφοριές σχετικά με τη  λειτουργία του γραφείου μου στην Πετρούπολη παρακάτω.

ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ, ψυχολόγοι πετρούπολη, Ψυχολόγος στην Πετρύπολη, ψυχολογοσ πετρουπολη, οικογενειακή θεραπεία, συμβουλευτική,ψυχολογική υποστήριξη