Ένας χαρακτηρισμός με τον οποίο μεγαλώσαμε, μια ματιά στην ψυχολογία, την ιστορία, την τάξη και τον πολιτισμό πίσω από τη λέξη τεμπέλης.
Στέφανος Σταυρινός
Ψυχολόγος / Συστημικός – Οικογενειακός Θεραπευτής
Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Η λέξη τεμπέλης περιγράφει σπανιότερα απ’ όσο νομίζουμε αυτό που πιστεύουμε ότι περιγράφει. Η έρευνα δείχνει ότι πίσω από τη λεγόμενη τεμπελιά κρύβονται συνήθως πολύ συγκεκριμένοι μηχανισμοί. Δυσκολία στην έναρξη μιας εργασίας, ανικανοποίητες ψυχολογικές ανάγκες, μαθημένη αβοηθησία από επαναλαμβανόμενη αποτυχία, κατάθλιψη ή ΔΕΠΥ, ακόμα και απλή εξάντληση ή έλλειψη ύπνου. Ιστορικά, ο όρος ξεκίνησε ως πνευματική κατάσταση των μοναχών της ερήμου, πέρασε μέσα από την προτεσταντική εργασιακή ηθική, και κατέληξε στο σημερινό, πολύ πιο απλοϊκό νόημά του. Ετυμολογικά η λέξη τεμπέλης προέρχεται από την οθωμανική λέξη tenbel η οποία με τη σειρά της ετυμολογείται από την κλασική περσική λέξη tanbal (تنبل) που σημαίνει οκνηρός ή νωθρός. Μπήκε στα νέα ελληνικά ως δάνειο (ντεμπέλης / τεμπέλης) κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Κοινωνικά, το ποιον αποκαλούμε τεμπέλη έχει να κάνει λιγότερο με το πόσο δουλεύει και περισσότερο με την τάξη, την πολιτική τοποθέτηση και το πολιτισμικό πλαίσιο του καθενός. Το άρθρο εξετάζει όλα αυτά, και κλείνει με μια πρόταση: αντί να ρωτάμε αν κάποιος είναι τεμπέλης, να ρωτάμε τι τον εμποδίζει.
Σχεδόν όλοι έχουμε ακούσει τη λέξη τεμπέλης για τον εαυτό μας σε κάποια φάση της ζωής μας. Από γονείς, από δασκάλους, μερικές φορές και από τον ίδιο μας τον εσωτερικό διάλογο. Είναι από τους πρώτους χαρακτηρισμούς που μαθαίνουμε να φοβόμαστε, γιατί συνήθως έρχεται συνδεδεμένος με ντροπή. Δεν σε αποκαλούν τεμπέλη επειδή έκανες κάτι λάθος. Σε αποκαλούν έτσι επειδή, υποτίθεται, είσαι κάτι λάθος.
Ως θεραπευτής συναντώ συχνά ανθρώπους που κουβαλούν αυτόν τον χαρακτηρισμό από παιδιά, σαν ετικέτα που δεν έφυγε ποτέ. Σε κάποιους την είχε κολλήσει ένας γονιός που συνέκρινε αδέρφια. Σε άλλους ένα σχολικό σύστημα που δεν άντεχε διαφορετικούς ρυθμούς μάθησης. Σε άλλους μια οικογένεια όπου η αξία ενός ανθρώπου μετριόταν σχεδόν αποκλειστικά από την παραγωγικότητά του. Το ενδιαφέρον είναι ότι όταν η ίδια η επιστήμη σκύβει πάνω στο ζήτημα, βρίσκει πολύ λιγότερα στοιχεία για μια σταθερή, μετρήσιμη ιδιότητα που να λέγεται τεμπελιά, και πολύ περισσότερα στοιχεία για κάτι σαφώς πιο σύνθετο.
Η πλησιέστερη επιστημονική έννοια στο καθημερινό τεμπελιά είναι η αναβλητικότητα, η τάση δηλαδή να καθυστερούμε μια εργασία παρόλο που γνωρίζουμε ότι αυτό θα μας κοστίσει. Η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα μετα-ανάλυση πάνω στο θέμα βρήκε ότι οι ισχυρότεροι προβλεπτικοί παράγοντες δεν ήταν κάποια γενική απροθυμία για δουλειά, αλλά η δυσάρεστη φύση της ίδιας της εργασίας, η καθυστέρηση της ανταμοιβής και η αδυναμία αυτορρύθμισης (Steel, 2007), κάτι που συνδέεται στενά με προσωρινές μειώσεις στις εκτελεστικές λειτουργίες λόγω κόπωσης ή άγχους (Hofmann, Schmeichel, & Baddeley, 2012). Είναι όμως μόνο μία εξήγηση ανάμεσα σε πολλές, και όχι πάντα η πιο σημαντική.
Μια εντελώς διαφορετική εξήγηση έρχεται από τη θεωρία αυτοπροσδιορισμού, μία από τις πιο μελετημένες θεωρίες κινήτρου στην ψυχολογία. Σύμφωνα με αυτή, το κίνητρο δεν είναι σταθερό χαρακτηριστικό αλλά εξαρτάται από το αν καλύπτονται τρεις βασικές ψυχολογικές ανάγκες. Η αυτονομία, η αίσθηση επάρκειας και η σύνδεση με άλλους ανθρώπους. Όταν αυτές οι ανάγκες παραμελούνται, για παράδειγμα σε ένα σχολείο ή μια δουλειά που δεν αφήνει κανένα περιθώριο επιλογής, εμφανίζεται αυτό που οι ερευνητές ονομάζουν απουσία κινήτρου, μια σχεδόν πλήρη απουσία κινήτρου που δεν έχει καμία σχέση με τον χαρακτήρα αλλά με το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει κανείς (Deci & Ryan, 2008). Ένα παιδί που μεγαλώνει χωρίς καμία πραγματική επιλογή στη ζωή του δεν έχει λιγότερη θέληση από ένα άλλο. Έχει απλώς λιγότερους λόγους να θέλει.
Κοντά σε αυτό βρίσκεται και η μαθημένη αβοηθησία, μια από τις πιο τεκμηριωμένες έννοιες στην ψυχολογία των τελευταίων εξήντα χρόνων. Όταν κάποιος βιώνει επανειλημμένα αποτυχία σε καταστάσεις που δεν μπορούσε να ελέγξει, μαθαίνει, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιεί, ότι η δική του προσπάθεια δεν αλλάζει το αποτέλεσμα, και σταματά να προσπαθεί ακόμα και σε καταστάσεις όπου θα μπορούσε πραγματικά να πετύχει κάτι. Ανασκόπηση στο Psychological Review δείχνει ότι αυτή η παθητικότητα έχει συγκεκριμένη νευρολογική βάση και μπορεί να ανατραπεί όταν το άτομο ξαναμάθει ότι έχει έλεγχο πάνω στη ζωή του (Maier & Seligman, 2016). Πολλά παιδιά που μεγαλώνουν ακούγοντας ότι είναι τεμπέλικα έχουν στην πραγματικότητα μάθει, μέσα από επαναλαμβανόμενη αποτυχία ή κριτική, ότι η προσπάθειά τους δεν μετράει.
Υπάρχει και μια πιο σοβαρή πλευρά σε αυτή τη συζήτηση. Η κατάθλιψη συχνά εκδηλώνεται ακριβώς όπως περιγράφουμε την τεμπελιά, με έλλειψη ενέργειας, δυσκολία να ξεκινήσεις οτιδήποτε, απώλεια κινήτρου ακόμα και για πράγματα που κάποτε σε ενδιέφεραν. Συστηματική ανασκόπηση στο Clinical Psychology Review επιβεβαίωσε ότι άνθρωποι με κατάθλιψη και ανηδονία δείχνουν μετρήσιμα μικρότερη προθυμία να καταβάλουν προσπάθεια, νοητική ή σωματική, για μια ανταμοιβή, σε σύγκριση με άτομα χωρίς κατάθλιψη (Horne, Topp, & Quigley, 2021).
Το ίδιο ισχύει, ίσως ακόμη πιο έντονα, για τις νευροαναπτυξιακές διαταραχές, και ειδικά για τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας. Πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση, που συγκέντρωσε δεδομένα από έντεκα μελέτες και σχεδόν τρεις χιλιάδες συμμετέχοντες, βρήκε σταθερή και ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στα συμπτώματα ΔΕΠΥ και την αναβλητικότητα, με την απροσεξία να αναδεικνύεται ως ο πιο σταθερός προβλεπτικός παράγοντας, μαζί με ελλείμματα στις εκτελεστικές λειτουργίες και δυσκολία ρύθμισης συναισθήματος (Suriano, 2026). Πρόκειται δηλαδή για νευροαναπτυξιακή κατάσταση, όχι για επιλογή ή χαρακτήρα. Ένας ενήλικας με μη διαγνωσμένη ΔΕΠΥ μπορεί να περάσει χρόνια ακούγοντας ότι είναι τεμπέλης, ενώ στην πραγματικότητα παλεύει με έναν εγκέφαλο που δυσκολεύεται συγκεκριμένα στην έναρξη μιας εργασίας, την οργάνωση και τη διατήρηση της προσοχής.
Αυτό έχει πρακτική σημασία μέσα σε ένα θεραπευτικό δωμάτιο. Όταν κάποιος έρχεται και λέει «έχω γίνει τεμπέλης», η πρώτη μου δουλειά δεν είναι να τον καθησυχάσω ούτε να επιβεβαιώσω την ετικέτα. Είναι να διερευνήσω τι κρύβεται από κάτω. Μια πραγματική μεταβολή σε επίπεδο διάθεσης και ενέργειας μοιάζει πολύ διαφορετική, κλινικά, από κάποιον που απλώς δυσκολεύεται με μια συγκεκριμένη εργασία που δεν τον αφορά ή δεν του βγάζει νόημα.
Υπάρχει και μια εξήγηση που δεν είναι καθόλου ψυχολογική με τη στενή έννοια του όρου, αλλά έχει να κάνει με τη σωματική και συναισθηματική εξάντληση. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει την επαγγελματική εξουθένωση ως κατάσταση που προκύπτει από χρόνιο, μη διαχειρίσιμο άγχος στον χώρο εργασίας, με τρία βασικά χαρακτηριστικά. Αίσθημα εξάντλησης, απόσταση ή κυνισμό απέναντι στη δουλειά, και μειωμένη αίσθηση αποτελεσματικότητας. Αξίζει όμως μια κριτική παρατήρηση εδώ. Ανάλυση στο Bulletin of the World Health Organization επισημαίνει ότι ο πυρήνας της εξάντλησης στην επαγγελματική εξουθένωση συνδέεται τόσο στενά με τα συμπτώματα κατάθλιψης, που σε αρκετές περιπτώσεις η διάγνωση της εξουθένωσης μπορεί να κρύβει μια σοβαρότερη καταθλιπτική κατάσταση που περνάει απαρατήρητη (Bianchi & Schonfeld, 2023). Ό,τι φαίνεται σαν έλλειψη διάθεσης για δουλειά μπορεί, δηλαδή, να είναι κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο, και πολύ λιγότερο σχετικό με τον χαρακτήρα του ανθρώπου.
Ακόμη πιο απτή είναι η επίδραση του ύπνου. Ερευνητές που μελετούν τη στέρηση ύπνου περιγράφουν κάτι πολύ συγκεκριμένο, όταν κάποιος έχει κοιμηθεί λίγο, ο εγκέφαλός του επενδύει λιγότερη προσπάθεια σε νοητικά απαιτητικές εργασίες, σαν μια λογική οικονομία ενέργειας, όχι σαν αδυναμία θέλησης (Massar, Lim, & Huettel, 2019). Κάποιος που δουλεύει βάρδιες, φροντίζει μικρό παιδί ή κοιμάται σταθερά λίγες ώρες τον χρόνο μπορεί να φαίνεται τεμπέλης, ενώ στην πραγματικότητα ο εγκέφαλός του λειτουργεί ακριβώς όπως θα λειτουργούσε ο εγκέφαλος οποιουδήποτε άλλου κάτω από τις ίδιες συνθήκες.
Η ιστορία του όρου είναι πιο περίπλοκη απ’ όσο δείχνει. Οι μοναχοί της ερήμου, τον τέταρτο αιώνα, μιλούσαν για την ακηδία, μια κατάσταση πνευματικής ξηρασίας και αποστροφής που τους χτυπούσε συνήθως το μεσημέρι, γι’ αυτό και την ονόμαζαν δαίμονα του μεσημεριού. Ο Ευάγριος Ποντικός την περιέγραφε ως την πιο δύσκολη από όλες τις κακές σκέψεις που ταλαιπωρούσαν έναν ασκητή (Crislip, 2005). Δεν είχε καμία σχέση με το σημερινό νόημα της τεμπελιάς. Έμοιαζε πολύ περισσότερο με αυτό που σήμερα θα λέγαμε κατάθλιψη ή απώλεια νοήματος, όχι απροθυμία για σωματική εργασία.
Η μετάβαση από αυτή την πνευματική κατάσταση στη σημερινή, πιο απλή έννοια της τεμπελιάς πήρε αιώνες. Πέρασε μέσα από τη μεσαιωνική κατάταξη της ακηδίας ανάμεσα στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, πλέον ταυτισμένη με την οκνηρία. Η πιο καθοριστική στροφή όμως ήρθε αργότερα, με αυτό που ο Μαξ Βέμπερ ονόμασε προτεσταντική εργασιακή ηθική. Η ιδέα ότι η σκληρή δουλειά είναι κάλεσμα από τον Θεό, ότι ο χρόνος δεν πρέπει ποτέ να σπαταλιέται, και ότι η οκνηρία είναι σχεδόν ηθικό ελάττωμα, πέρασε σταδιακά από τη θρησκευτική στη λαϊκή κουλτούρα, ανεξάρτητα πλέον από το αν κάποιος πιστεύει ή όχι (Furnham, 1984).
Αξίζει όμως μια διευκρίνιση, γιατί εδώ η ιστορία γίνεται πιο ενδιαφέρουσα απ’ όσο τη θυμόμαστε από το σχολείο. Νεότερη έρευνα που εξέτασε συστηματικά τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και την εργασιακή ηθική βρήκε ότι η προτίμηση για σκληρή δουλειά δεν συνδέεται τόσο με τον προτεσταντισμό αυτόν καθαυτόν, όσο με τη φάση εκσυγχρονισμού μιας οικονομίας. Την ίδια στάση απέναντι στην εργασία τη συναντάμε και σε άλλες θρησκείες, ακόμα και σε μη θρησκευόμενους ανθρώπους, όποτε μια κοινωνία περνά περίοδο έντονης οικονομικής ανάπτυξης (Schilpzand & de Jong, 2021). Η εργασιακή ηθική μοιάζει λιγότερο με προτεσταντική κληρονομιά και περισσότερο με κάτι που εμφανίζεται όποτε μια κοινωνία χτίζεται βιαστικά. Η ίδια η ιδέα ότι κάποιος αξίζει σεβασμό μόνο αν δουλεύει σκληρά δεν είναι τόσο θρησκευτική ιδέα όσο ιστορική σύμπτωση συνθηκών.
Η λέξη τεμπέλης δεν κατανέμεται τυχαία μέσα στην κοινωνία. Έρευνα σε δεκατρείς χώρες, από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία, βρήκε ότι όσο πιο περιορισμένες είναι οι κρατικές δαπάνες για κοινωνική πρόνοια σε μια χώρα, τόσο πιο πιθανό είναι οι πολίτες της να εξηγούν τη φτώχεια ως αποτέλεσμα προσωπικής τεμπελιάς παρά ως αποτέλεσμα άδικων δομών (Goudarzi & Napier, 2025). Δεν είναι δηλαδή απλώς άποψη του καθενός. Διαμορφώνεται και ενισχύεται από την ίδια την οικονομική πολιτική μιας χώρας.
Η ίδια λογική επιβεβαιώνεται και σε πιο μικρή κλίμακα. Ελβετική μελέτη με στοιχεία από χιλιάδες νοικοκυριά βρήκε ότι οι άνθρωποι με υψηλότερη κοινωνική θέση τείνουν περισσότερο να αποδίδουν τη φτώχεια σε ατομική ευθύνη, ενώ όσοι βρίσκονται πιο κοντά στη φτώχεια οι ίδιοι βλέπουν πολύ πιο συχνά τις κοινωνικές δομές ως αιτία (Marquis, Kuhn, & Tillmann, 2025). Στην Κίνα, μελέτη σε μεσαία τάξη έδειξε ότι όσοι επέλεγαν την τεμπελιά ως εξήγηση της φτώχειας είχαν συχνότερα χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε αυστηρές, εξουσιαστικές πολιτικές, ανεξάρτητα από το αν οι ίδιοι είχαν βιώσει ποτέ φτώχεια (Xu, Walker, & Yang, 2021). Το αντίστροφο φαίνεται εξίσου αληθινό. Όταν οι άνθρωποι μετατοπίζουν τη σκέψη τους από την τεμπελιά προς τις συνθήκες, γίνονται πιο πρόθυμοι να στηρίξουν πολιτικές που μειώνουν την ανισότητα, εύρημα που επιβεβαιώθηκε πειραματικά σε πάνω από τριάντα χιλιάδες συμμετέχοντες (Piff et al., 2020).
Η λέξη τεμπέλης, με άλλα λόγια, δεν λειτουργεί μόνο ως περιγραφή. Λειτουργεί και ως δικαιολογία. Εξηγεί γιατί κάποιοι έχουν λιγότερα, χωρίς να χρειάζεται να κοιτάξουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσαν ή δουλεύουν.
Το τι θεωρείται φυσιολογικός ρυθμός δουλειάς δεν είναι σταθερό ούτε παγκόσμιο. Έρευνα που συνέκρινε δεκάδες χώρες βρήκε ότι σε πιο ατομικιστικές κοινωνίες οι εργαζόμενοι τείνουν να δουλεύουν λιγότερες ώρες, βάζοντας τον εαυτό και την οικογένεια πάνω από την επιχείρηση, ενώ σε πιο συλλογικές κοινωνίες οι κοινωνικοί δεσμοί και οι προσδοκίες της ομάδας οδηγούν συχνά σε περισσότερες ώρες εργασίας (Tatlıyer & Gur, 2021). Ο ίδιος ρυθμός ζωής που σε μια κουλτούρα θα θεωρούνταν τεμπελιά, σε μια άλλη μπορεί να θεωρείται απλώς υγιής ισορροπία.
Μεγαλώνοντας στην Ελλάδα, πολλοί από εμάς έχουμε ακούσει τη φράση πως «οι Έλληνες είναι τεμπέληδες» τόσο συχνά, μέσα κι έξω από τη χώρα, που έχει σχεδόν γίνει κοινός τόπος. Σπάνια συνοδεύεται από τα στατιστικά στοιχεία διεθνών οργανισμών, που για χρόνια τοποθετούν τους εργαζόμενους στην Ελλάδα ανάμεσα σε αυτούς με τις περισσότερες ώρες απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αντίφαση αυτή δεν είναι τυχαία. Δείχνει πόσο εύκολα ένας πολιτισμικός χαρακτηρισμός μπορεί να επιβιώσει ανεξάρτητα από τα πραγματικά δεδομένα, ειδικά όταν εξυπηρετεί μια αφήγηση που ήδη υπάρχει.
Αν η τεμπελιά είναι λιγότερο σταθερό χαρακτηριστικό και περισσότερο σήμα, η ερώτηση που έχει νόημα δεν είναι «είμαι τεμπέλης;» αλλά «τι με εμποδίζει αυτή τη στιγμή;». Η δυσκολία μπορεί να είναι γνωστική, όπως η δυσκολία έναρξης που περιγράψαμε παραπάνω. Μπορεί να είναι συναισθηματική, όπως η εξάντληση κινήτρου που φέρνει η κατάθλιψη. Μπορεί να είναι σχεσιακή, μια ετικέτα που κάποιος άλλος κόλλησε πρώτος και που έχει γίνει πλέον μέρος της ιστορίας που λέει κανείς για τον εαυτό του.
Εδώ η έρευνα δίνει και μια πρακτική κατεύθυνση. Πειραματικές μελέτες έχουν δείξει ότι η αυτοσυμπόνια, η στάση δηλαδή του να αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου με κατανόηση αντί για αυστηρή κριτική όταν αποτυγχάνεις, αυξάνει το κίνητρο για βελτίωση περισσότερο απ’ όσο η σκληρή αυτοκριτική, όχι λιγότερο (Neff, 2003, Breines & Chen, 2012). Η παλιά παραδοχή ότι πρέπει να είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας για να αλλάξουμε δεν επιβεβαιώνεται. Συχνά κάνει το αντίθετο, κρατά κάποιον κολλημένο στη ντροπή αντί να τον κινητοποιεί.
Στη συστημική δουλειά αυτό μεταφράζεται σε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Ρωτάω ποιος πρωτοείπε σε κάποιον ότι είναι τεμπέλης, και τι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή στην οικογένεια ή στο σχολείο. Ρωτάω τι θα άλλαζε αν αυτή η λέξη έφευγε από τη μέση, ποια άλλη περιγραφή θα ταίριαζε καλύτερα. Η ετικέτα σπάνια αφήνει χώρο για διαφοροποίηση, ενώ η ερώτηση για το τι εμποδίζει κάποιον ανοίγει δρόμο για κάτι που μπορεί πραγματικά να δουλευτεί.
Η λέξη τεμπέλης κουβαλάει πολύ περισσότερη ιστορία απ’ όσο δείχνει σε πρώτη ματιά. Ξεκίνησε ως πνευματική κρίση μοναχών, πέρασε μέσα από αιώνες θρησκευτικής και οικονομικής ηθικής, και κατέληξε σήμερα να χρησιμοποιείται συχνά για να εξηγήσει πράγματα που έχουν πολύ πιο συγκεκριμένες αιτίες. Δυσκολία στην έναρξη μιας εργασίας, ανικανοποίητες ανάγκες αυτονομίας και σύνδεσης, μαθημένη αβοηθησία, κατάθλιψη ή ΔΕΠΥ, εξάντληση ή έλλειψη ύπνου, ή απλώς διαφορετικό πολιτισμικό πλαίσιο για το τι σημαίνει φυσιολογικός ρυθμός ζωής. Δεν είναι λέξη ουδέτερη. Κατανέμεται άνισα, ανάλογα με την τάξη, την πολιτική και την εποχή. Το πιο χρήσιμο ίσως δεν είναι να απαντήσουμε αν η τεμπελιά υπάρχει, αλλά να μάθουμε να την υποψιαζόμαστε κάθε φορά που τη χρησιμοποιούμε, για τον εαυτό μας ή για κάποιον άλλον.
Αν αναγνωρίζετε κάτι από αυτά στη δική σας ιστορία και θέλετε να το δουλέψετε σε ένα ασφαλές πλαίσιο, η συστημική θεραπεία προσφέρει έναν χώρο γι’ αυτό. Μπορείτε να επικοινωνήσετε για μια πρώτη συζήτηση.
Bianchi, R., & Schonfeld, I. S. (2023). Examining the evidence base for burnout. Bulletin of the World Health Organization, 101, 743–745. https://doi.org/10.2471/BLT.23.289996
Breines, J. G., & Chen, S. (2012). Self-compassion increases self-improvement motivation. Personality and Social Psychology Bulletin, 38(9), 1133–1143. https://doi.org/10.1177/0146167212445599
Crislip, A. (2005). The sin of sloth or the illness of the demons? The demon of acedia in early Christian monasticism. Harvard Theological Review, 98(2), 143–169. https://doi.org/10.1017/S0017816005000908
Deci, E. L., & Ryan, R. M. (2008). Self-determination theory: A macrotheory of human motivation, development, and health. Canadian Psychology, 49(3), 182–185. https://doi.org/10.1037/a0012801
Furnham, A. (1984). The Protestant work ethic: A review of the psychological literature. European Journal of Social Psychology, 14(1), 87–104. https://doi.org/10.1002/ejsp.2420140108
Goudarzi, S., & Napier, J. L. (2025). The associations between neoliberal policies and attributions for poverty in 13 countries. Social Psychological and Personality Science, 17, 480–491. https://doi.org/10.1177/19485506251370805
Hofmann, W., Schmeichel, B. J., & Baddeley, A. D. (2012). Executive functions and self-regulation. Trends in Cognitive Sciences, 16(3), 174–180. https://doi.org/10.1016/j.tics.2012.01.006
Horne, S. J., Topp, T. E., & Quigley, L. (2021). Depression and the willingness to expend cognitive and physical effort for rewards: A systematic review. Clinical Psychology Review, 88, 102065. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2021.102065
Maier, S. F., & Seligman, M. E. P. (2016). Learned helplessness at fifty: Insights from neuroscience. Psychological Review, 123(4), 349–367. https://doi.org/10.1037/rev0000033
Marquis, L., Kuhn, U., & Tillmann, R. (2025). Causal attributions of poverty: A social stratification analysis. Frontiers in Sociology, 10. https://doi.org/10.3389/fsoc.2025.1591235
Massar, S. A. A., Lim, J., & Huettel, S. A. (2019). Sleep deprivation, effort allocation and performance. Progress in Brain Research, 1–26. https://doi.org/10.1016/bs.pbr.2019.03.007
Neff, K. (2003). Self-compassion: An alternative conceptualization of a healthy attitude toward oneself. Self and Identity, 2(2), 85–101. https://doi.org/10.1080/15298860309032
Piff, P. K., Wiwad, D., Robinson, A. R., Aknin, L. B., Mercier, B., & Shariff, A. (2020). Shifting attributions for poverty motivates opposition to inequality and enhances egalitarianism. Nature Human Behaviour, 4, 496–505. https://doi.org/10.1038/s41562-020-0835-8
Schilpzand, A., & de Jong, E. (2021). Work ethic and economic development: An investigation into Weber’s thesis. European Journal of Political Economy, 66, 101958. https://doi.org/10.1016/j.ejpoleco.2020.101958
Steel, P. (2007). The nature of procrastination: A meta-analytic and theoretical review of quintessential self-regulatory failure. Psychological Bulletin, 133(1), 65–94. https://doi.org/10.1037/0033-2909.133.1.65
Suriano, R. (2026). A systematic review on the association between ADHD and procrastination. Research in Developmental Disabilities, 175, 105342. https://doi.org/10.1016/j.ridd.2026.105342
Tatlıyer, M., & Gur, N. (2021). Individualism and working hours: Macro-level evidence. Social Indicators Research, 159, 733–755. https://doi.org/10.1007/s11205-021-02771-y
Xu, M., Walker, R., & Yang, L. (2021). Poor and lazy: Understanding middle-class perceptions of poverty in China. Journal of Contemporary China, 31, 756–775. https://doi.org/10.1080/10670564.2021.2010878
Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό και εκπαιδευτικό σκοπό και δεν αποτελεί κλινική αξιολόγηση ή υποκατάστατο ψυχοθεραπείας. Αν αναγνωρίζετε στον εαυτό σας σημάδια παρατεταμένης κόπωσης, απώλειας κινήτρου ή διάθεσης, καλό είναι να το συζητήσετε με επαγγελματία ψυχικής υγείας.