Ναρκισσιστής, τοξικός, τραύμα, όρια: λέξεις που γεννήθηκαν για να περιγράψουν πολύ συγκεκριμένα, σοβαρά φαινόμενα κυκλοφορούν ως εκφράσεις πια σε κάθε καβγά. Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να μιλάμε ψυχολογικά για τις σχέσεις μας — είναι τι χάνουμε όταν η διάγνωση αντικαθιστά τη συζήτηση.
Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026
Στέφανος Σταυρινός
Ψυχολόγος / Οικογενειακός Θεραπευτής

Εδώ και αρκετό καιρό ακούω όλο και συχνότερα ιδιαίτερα σε θέματα ζεύγους μια συγκεκριμένη φράση: «μου κάνει gaslighting». Δεν την ακούω πια μόνο από ανθρώπους που περιγράφουν πραγματικά μοτίβα κακοποίησης — την ακούω και όταν κάποιος απλώς διαφωνεί με την εκδοχή του άλλου για ένα περιστατικό. Το ίδιο συμβαίνει με τον «ναρκισσισμό», το «τραύμα», τα «όρια»: όρους που γεννήθηκαν μέσα σε πολύ συγκεκριμένα κλινικά ή θεωρητικά πλαίσια, και σήμερα κυκλοφορούν σε καθημερινές συζητήσεις, σε σχόλια κάτω από βίντεο, σε καβγάδες ζευγαριών, συχνά χωρίς καμία σχέση με το αρχικό τους νόημα.
Η βιβλιογραφία έχει πλέον όνομα για αυτό: therapy-speak — η επιφανειακή, συχνά ανακριβής ενσωμάτωση της γλώσσας της ψυχοθεραπείας στην καθημερινή επικοινωνία (Isern-Mas & Almagro, 2025). Οι ίδιες οι συγγραφείς σημειώνουν κάτι που αξίζει να κρατήσουμε: η εξοικείωση του κοινού με ψυχολογικό λεξιλόγιο δεν είναι από μόνη της κακό πράγμα· μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους να αναγνωρίσουν καταστάσεις που παλιότερα δεν είχαν καν λέξη γι’ αυτές. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτή η γλώσσα χάνει την ακρίβειά της και γίνεται εργαλείο για να αποφύγει κανείς ευθύνες, να απαξιώσει τον άλλον, ή να παρουσιάσει μια υποκειμενική εντύπωση σαν αντικειμενική διάγνωση.
Πάρτε το gaslighting. Πρόκειται για έναν όρο με πραγματικό κλινικό περιεχόμενο. Περιγράφει μια μορφή ψυχολογικής κακοποίησης όπου κάποιος συστηματικά διαστρεβλώνει την πραγματικότητα, ώστε το θύμα να αμφισβητεί τη μνήμη και την κρίση του. Πρόσφατη διεπιστημονική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας εντόπισε όμως κάτι που αξίζει προσοχή: ο όρος χρησιμοποιείται τόσο ασυνεπώς, άλλοτε ως μορφή ενδοοικογενειακής κακοποίησης, άλλοτε ως απλή «μορφή επικοινωνίας ζευγαριών», άλλοτε ως έκφραση δομικής εξουσίας, που η ίδια η θεωρητική του βάση θεωρείται ασταθής (Darke, Paterson, & van Golde, 2025). Όταν ένας όρος με τόσο σοβαρό αρχικό νόημα διαχέεται τόσο πολύ, γίνεται δυσκολότερο να τον χρησιμοποιήσει κανείς εκεί που πραγματικά χρειάζεται —σε πραγματικές περιπτώσεις κακοποίησης— χωρίς να παρεξηγηθεί ως υπερβολή.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τον «ναρκισσισμό». Η έκρηξη περιεχομένου για «ναρκισσιστική κακοποίηση» στα social media έχει οδηγήσει πολύ κόσμο να αναζητά θεραπεία έχοντας ήδη «διαγνώσει» τον σύντροφο ή τον γονιό του — και αυτό, σύμφωνα με πρόσφατη κλινική ανάλυση, δημιουργεί συγκεκριμένο πρόβλημα στην ίδια τη θεραπευτική διαδικασία: άνθρωποι που μπαίνουν στη θεραπεία με έτοιμη διάγνωση δυσκολεύονται να μείνουν ανοιχτοί σε μια πιο σύνθετη κατανόηση της σχέσης τους και αναζητούν επιβεβαίωση αντί για διερεύνηση (Mercer, 2025).
Υπάρχει και μια τρίτη, πιο δύσκολη διάσταση: το ίδιο το «να κολλάς μια ετικέτα» σε κάποιον ακόμα και μέσα στη θεραπεία, ακόμα και από επαγγελματία μπορεί να λειτουργήσει βλαπτικά. Δημοσιευμένη μελέτη περίπτωσης περιγράφει πώς η υπερβολική στήριξη σε παθολογικές ετικέτες από θεραπευτές μπορεί η ίδια να αναπαράγει δυναμικές gaslighting μέσα στη θεραπευτική σχέση, ειδικά όταν το άτομο βρίσκεται ήδη σε φάση ανάρρωσης από κακοποίηση (Tormoen, 2019). Η ετικέτα, δηλαδή, δεν είναι ποτέ ουδέτερη πράξη. Εχει επιπτώσεις, όποιος κι αν την εκφέρει.
Ένα μέρος της εξήγησης για το πόσο γρήγορα διαδόθηκε αυτή η γλώσσα βρίσκεται στο πώς λειτουργούν οι πλατφόρμες όπου τη συναντάμε πρώτα. Η πιο συστηματικά μελετημένη σχετική περίπτωση — περιεχόμενο για τη ΔΕΠ-Υ— δείχνει το μοτίβο με μεγάλη σαφήνεια. Σε ανάλυση 100 δημοφιλών βίντεο με το hashtag #ADHD, το 52% κρίθηκε παραπλανητικό από κλινικούς αξιολογητές (Yeung, Ng, & Abi-Jaoude, 2022). Σε νεότερη μελέτη με προεγγεγραμμένο σχεδιασμό, λιγότερο από τους μισούς ισχυρισμούς για συμπτώματα ΔΕΠ-Υ στα πιο δημοφιλή βίντεο αντιστοιχούσαν πραγματικά στα κριτήρια του DSM, παρά τις σχεδόν μισό δισεκατομμύριο προβολές που είχαν συγκεντρώσει συνολικά (Karasavva et al., 2025).
Το περιεχόμενο που «πιάνει» δεν είναι απαραίτητα το πιο ακριβές· είναι το πιο συσχετισμένο, το πιο απλό, το πιο συναισθηματικά φορτισμένο. Η ίδια δυναμική ισχύει, λογικά, και για όρους όπως το gaslighting ή ο ναρκισσισμός: μια σύντομη, δραματική περιγραφή «7 σημάδια ότι σου κάνει gaslighting» έχει πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να γίνει viral από μια προσεκτική εξήγηση του πότε πραγματικά ισχύει ο όρος και πότε όχι. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο ανακριβής πληροφόρηση· είναι και η σταδιακή συνήθεια να βλέπουμε κάθε δυσκολία σε μια σχέση μέσα από το πρίσμα της παθολογίας.
Εδώ βρίσκεται, νομίζω, το πιο ουσιαστικό πρόβλημα. Όταν κάποιος πει «μου κάνεις gaslighting» αντί για «ένιωσα ότι δεν με πίστεψες όταν σου είπα τι έγινε», η συζήτηση αλλάζει εντελώς κατεύθυνση. Η δεύτερη φράση περιγράφει μια εμπειρία και αφήνει χώρο για διερεύνηση: τι ακριβώς συνέβη, τι χρειαζόταν ο καθένας, πώς φτάσαμε εδώ. Η πρώτη κατηγορεί, κλείνει τη συζήτηση, και αναγκάζει τον άλλον να υπερασπιστεί τον εαυτό του από μια κατηγορία ψυχολογικής κακοποίησης, αντί να απαντήσει στην πραγματική ένσταση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κριτική βιβλιογραφία υποτιμά το φαινόμενο. Αντίθετα, μέρος της ίδιας ανασκόπησης για το gaslighting αναγνωρίζει ρητά ότι ο όρος μπορεί να περιγράφει και μια μορφή επικοινωνίας μέσα σε σχέσεις, όχι μόνο μια κλινική διάγνωση (Darke et al., 2025), που σημαίνει ότι το ερώτημα «τι ακριβώς συμβαίνει ανάμεσά μας» παραμένει θεμιτό. Το πρόβλημα δεν είναι ότι μιλάμε για δυναμικές εξουσίας ή χειραγώγησης μέσα σε μια σχέση. Είναι ότι η κλινική ετικέτα, όταν μπαίνει πρόωρα, αντικαθιστά την ίδια τη διερεύνηση αντί να τη διευκολύνει. Η φιλοσοφική ανάλυση του therapy-speak εντοπίζει ακριβώς αυτόν τον μηχανισμό: η γλώσσα της θεραπείας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποφύγει κανείς ευθύνη, παρουσιάζοντας μια υποκειμενική εντύπωση σαν να είναι ήδη αντικειμενικό συμπέρασμα, με τρόπο που επιτρέπει άρνηση αν αμφισβητηθεί (Isern-Mas & Almagro, 2025).
Τίποτα από όσα προηγήθηκαν δεν σημαίνει πως το gaslighting, ο ναρκισσισμός ή το τραύμα είναι απλώς λέξεις της μόδας χωρίς αντίκρισμα. Υπάρχουν πραγματικές σχέσεις όπου κάποιος συστηματικά διαστρεβλώνει την πραγματικότητα του άλλου για να τον ελέγξει, πραγματικά μοτίβα ναρκισσιστικής δυναμικής που προκαλούν βαθιά βλάβη, πραγματικό ψυχολογικό τραύμα που χρειάζεται να αναγνωριστεί ως τέτοιο για να αρχίσει η επεξεργασία του. Η ονομασία έχει τη δική της θεραπευτική αξία: βοηθά κάποιον να καταλάβει ότι αυτό που βίωσε δεν ήταν φυσιολογικό, ότι δεν φταίει αυτός.
Η διαφορά είναι η διαδικασία μέσα από την οποία φτάνουμε στην ονομασία. Μια κλινική εκτίμηση εξετάζει ιστορικό, πρότυπα σε βάθος χρόνου, πολλαπλές πηγές πληροφόρησης — όχι ένα μεμονωμένο επεισόδιο μέσα σε μια κόντρα. Ένα βίντεο σαράντα δευτερολέπτων δεν μπορεί να κάνει αυτή τη δουλειά· όπως είδαμε, ούτε καν τα ίδια τα κριτήρια που παρουσιάζει είναι συχνά ακριβή (Karasavva et al., 2025).
Στην κλινική πράξη, αυτό που συνήθως βοηθά περισσότερο δεν είναι να αποφύγουμε εντελώς αυτή τη γλώσσα, αλλά να τη χρησιμοποιήσουμε πιο προσεκτικά. Το πρώτο βήμα είναι να περιγράψουμε τη συγκεκριμένη συμπεριφορά και το αποτέλεσμά της, αντί να «διαγνώσουμε» τον άλλον: η φράση «όταν μου είπες ότι δεν έγινε αυτό που θυμάμαι, ένιωσα σύγχυση και δεν εμπιστεύτηκα τη μνήμη μου» ανοίγει συζήτηση με τρόπο που η φράση «μου κάνεις gaslighting» δεν το κάνει — η πρώτη περιγράφει μια εμπειρία, η δεύτερη απαγγέλλει ετυμηγορία. Το δεύτερο είναι να κρατήσουμε την κλινική ετικέτα για τη θεραπεία και όχι για τον καβγά: αν υπάρχει πραγματική υποψία για ένα σοβαρό, επαναλαμβανόμενο μοτίβο —όχι μια δύσκολη στιγμή επικοινωνίας— αυτό αξίζει συζήτηση με επαγγελματία, όχι μονομερή ετυμηγορία μέσα στη σχέση. Και το τρίτο, ίσως το πιο απλό: μια ερώτηση συνήθως ανοίγει περισσότερο χώρο κατανόησης από μια κατηγορία. «Τι σε έκανε να το πεις αυτό;» δουλεύει καλύτερα από «αυτό είναι τοξική συμπεριφορά», ακριβώς επειδή δεν κλείνει εκ των προτέρων το συμπέρασμα.
Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ανοχή σε πραγματική κακοποίηση, ούτε ότι πρέπει να αμφισβητούμε συστηματικά την εμπειρία κάποιου που έχει πράγματι βιώσει gaslighting ή ναρκισσιστική δυναμική. Σημαίνει ότι η ίδια η γλώσσα που θα έπρεπε να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα τι συμβαίνει ανάμεσά μας δεν πρέπει να γίνεται το εμπόδιο που μας εμποδίζει να το κάνουμε αυτό.
Η γλώσσα της θεραπείας βγήκε έξω από τα γραφεία μας επειδή κάλυπτε μια πραγματική ανάγκη: να έχουμε λέξεις για εμπειρίες που παλιότερα έμεναν ανώνυμες. Αυτό είναι, στη βάση του, κάτι θετικό. Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να «σταματήσουμε» να μιλάμε ψυχολογικά για τις σχέσεις μας, είναι αν χρησιμοποιούμε αυτή τη γλώσσα για να κατανοήσουμε καλύτερα τον άλλον, ή για να τον αποτρέψουμε από το να μιλήσει. Την επόμενη φορά που θα νιώσετε την ανάγκη να κολλήσετε μια ετικέτα σε μια δύσκολη στιγμή με τον σύντροφο, τον γονιό ή το παιδί σας, αξίζει μια στιγμή σκέψης: περιγράφω αυτό που πραγματικά συνέβη, ή διαγιγνώσκω τον άλλον για να μη χρειαστεί να ακούσω τι έχει να πει;
Αν αναγνωρίζετε στη σχέση σας μοτίβα που θέλετε να κατανοήσετε καλύτερα, η συστημική θεραπεία δουλεύει ακριβώς πάνω σε αυτό.
Darke, L., Paterson, H., & van Golde, C. (2025). Illuminating gaslighting: A comprehensive interdisciplinary review of gaslighting literature. Journal of Family Violence. https://doi.org/10.1007/s10896-025-00805-4
Isern-Mas, C., & Almagro, M. (2025). Unmasking therapy-speak. Theoretical Medicine and Bioethics, 46(6), 465–489. https://doi.org/10.1007/s11017-025-09730-5
Karasavva, V., Miller, C., Groves, N., Montiel, A., Canu, W., & Mikami, A. (2025). A double-edged hashtag: Evaluation of #ADHD-related TikTok content and its associations with perceptions of ADHD. PLOS ONE, 20(3), e0319335. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0319335
Mercer, J. (2025). Populist narratives of “narcissistic abuse”: A help or hindrance to psychotherapeutic practice? British Journal of Psychotherapy, 41(4), 595–611. https://doi.org/10.1111/bjp.12976
Tormoen, M. (2019). Gaslighting: How pathological labels can harm psychotherapy clients. Journal of Humanistic Psychology, 65, 818–836. https://doi.org/10.1177/0022167819864258
Yeung, A., Ng, E., & Abi-Jaoude, E. (2022). TikTok and attention-deficit/hyperactivity disorder: A cross-sectional study of social media content quality. The Canadian Journal of Psychiatry, 67(12), 899–906. https://doi.org/10.1177/07067437221082854
Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται με σκοπό την ενημέρωση και την κριτική ψυχοεκπαίδευση του κοινού σχετικά με τη χρήση ψυχολογικής ορολογίας στην καθημερινή επικοινωνία. Δεν αποτελεί κλινική αξιολόγηση συγκεκριμένης σχέσης ή κατάστασης και δεν υποκαθιστά την επαγγελματική ψυχολογική υποστήριξη. Αν αναγνωρίζετε στον εαυτό σας μοτίβα πραγματικής κακοποίησης, συνιστάται η αναζήτηση εξατομικευμένης βοήθειας από αδειοδοτημένο επαγγελματία.
Αν το θέμα που διαβάσατε σας αφορά και επιθυμείτε να ενημερωθείτε περισσότερο μπορείτε να δείτε πληροφορίες επικοινωνίας αλλά και πληροφοριές σχετικά με τη λειτουργία του γραφείου μου στην Πετρούπολη παρακάτω.
