Η αυτοβοήθεια απάντησε σε μια πραγματική ανάγκη. Έγινε όμως και μια τεράστια βιομηχανία, με δικά της κίνητρα κέρδους και προβολής — που δεν συμπίπτουν πάντα με την επιστημονική ακρίβεια ή το πραγματικό συμφέρον του κοινού.
Σάββατο 1 Αυγούστου 2026
Στέφανος Σταυρινός
Ψυχολόγος / Οικογενειακός Θεραπευτής / ECP

Βιβλία αυτοβελτίωσης, podcasts, λογαριασμοί «ψυχολογίας» στο Instagram και το TikTok, εφαρμογές ευεξίας, online σεμινάρια «θεραπείας του εσωτερικού παιδιού»: η αγορά της αυτοβοήθειας και της pop-psychology έχει γίνει τεράστια, και σε μεγάλο βαθμό εύλογα. Η πρόσβαση σε επαγγελματικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας παραμένει αναλογικά με το βασικό μισθό ένα σημαντικό έξοδο, και κάποιες φορές δυσεύρετη ή στιγματισμένη για κάποιο κόσμο. Η ιδέα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να μάθει κάτι χρήσιμο για τον εαυτό του χωρίς να περάσει πρώτα από ένα γραφείο ψυχολόγου δεν είναι καθαυτή προβληματική αν και σαφώς δεν είναι ποτέ ισοδύναμη με την ψυχοθεραπεία. Πολλή ουσιαστική ψυχοεκπαίδευση κυκλοφορεί σήμερα στο διαδίκτυο.
Το ερώτημα δεν είναι επομένως αν η αυτοβοήθεια «κάνει καλό» ή «κάνει κακό» — και τα δύο συμβαίνουν, συχνά ταυτόχρονα. Το ερώτημα είναι πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα σε μια χρήσιμη, τεκμηριωμένη πηγή πληροφόρησης και σε ένα προϊόν μάρκετινγκ που πουλά βεβαιότητα, απλότητα και ελπίδα — μερικές φορές εις βάρος της ακρίβειας, της δεοντολογίας, ακόμη και της ίδιας της ελευθερίας του ανθρώπου να κατανοήσει σωστά αυτό που βιώνει.
Η έγκυρη ψυχοεκπαίδευση έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: στηρίζεται σε δεδομένα που μπορούν να ελεγχθούν, αναγνωρίζει τα όριά της και την αβεβαιότητα όπου υπάρχει, δεν υπόσχεται καθολικές λύσεις, και προέρχεται —ή τουλάχιστον ελέγχεται— από ανθρώπους που δεσμεύονται από κάποιον κώδικα δεοντολογίας και μπορούν να λογοδοτήσουν αν κάνουν κακό. Η βιομηχανία της αυτοβοήθειας συχνά δεν πληροί κανένα από αυτά. Ήδη από τη δεκαετία του 1980, ο ψυχολόγος Gerald Rosen κατέγραφε πώς η αγορά βιβλίων αυτοβοήθειας μεγάλωνε πολύ πιο γρήγορα από την ικανότητά της να τεκμηριώνεται επιστημονικά, με πολλά «βιβλία-θεραπείες» να διαφημίζονται με υποσχέσεις που δεν αντιστοιχούσαν στα πραγματικά ερευνητικά ευρήματα (Rosen, 1987).
Σήμερα το φαινόμενο έχει πολλαπλασιαστεί. Η επιρροή των «γκουρού» της pop-psychology συχνά ξεπερνά κατά πολύ αυτή της έγκυρης κλινικής γνώσης, με το κοινό να βασίζεται περισσότερο σε ανέκδοτα και προσωπική αυθεντία παρά σε στατιστικά δεδομένα και επιστήμη (Lack, Vail, & Baugh, 2021). Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς «λιγότερο ακριβής» πληροφόρηση· είναι ένα ολόκληρο οικοσύστημα όπου ψευδοεπιστημονικές θεωρίες προσωπικότητας, «τεχνικές» χωρίς κανένα ερευνητικό έρεισμα και υπερ-απλουστευμένα μοντέλα συναισθήματος κυκλοφορούν εξίσου —ή περισσότερο— με την έγκυρη γνώση, ακριβώς επειδή είναι πιο εύπεπτα και πιο «πιασάρικα» (Nehring, Alvarado, Castañeda, & Pini, 2016).
Υπάρχει ένα ακόμη πιο βαθύ πρόβλημα, που η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία το ονομάζει «εξατομίκευση» ή «αποπολιτικοποίηση»: η τάση της pop-psychology να μεταθέτει την ευθύνη για δομικά προβλήματα —υπερφόρτωση εργασίας, οικονομική ανασφάλεια, τοξικό εργασιακό περιβάλλον— αποκλειστικά στο άτομο και στις «λανθασμένες σκέψεις» ή «συνήθειές» του. Το πιο μελετημένο παράδειγμα είναι η εμπορευματοποιημένη εκδοχή του mindfulness στον χώρο εργασίας: όπως σημειώνει ο ερευνητής Ronald Purser, εταιρείες προωθούν το mindfulness ως πανάκεια για το άγχος των εργαζομένων, «χωρίς να θέλουν να κοιτάξουν βαθύτερα και ευρύτερα στις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές του αιτίες» (Purser, 2018). Το άτομο μαθαίνει να «διαχειρίζεται» καλύτερα την εξάντλησή του, ενώ οι συνθήκες που την προκαλούν παραμένουν αμετάβλητες — και το κόστος αυτής της «λύσης» το επωμίζεται, φυσικά, ο ίδιος.
Ανάλογη εικόνα προκύπτει και από συστηματική ανασκόπηση των κριτικών στη θετική ψυχολογία, ένα ρεύμα στενά συνδεδεμένο με την pop-ψυχολογία της αυτοβελτίωσης: μεταξύ των πιο συχνών ευρημάτων ήταν ότι μεγάλο μέρος της κριτικής βιβλιογραφίας τη χαρακτηρίζει ως αποκομμένη από το κοινωνικό της πλαίσιο και προσανατολισμένη σε εμπορικά κίνητρα, με ελλιπή θεωρητική θεμελίωση και στοιχεία ψευδοεπιστήμης (van Zyl, Gaffaney, van der Vaart, Dik, & Donaldson, 2023). Δεν πρόκειται δηλαδή για μεμονωμένη άποψη, αλλά για μια αναγνωρίσιμη, τεκμηριωμένη τάση μέσα στην ίδια την επιστημονική συζήτηση γύρω από αυτά τα ρεύματα.
Εδώ βρίσκεται και το ουσιαστικότερο ηθικό δίλημμα: όταν κάτι που παρουσιάζεται ως «επιστήμη» λειτουργεί στην πράξη ως εργαλείο μάρκετινγκ ή ως έμμεση πολιτική τοποθέτηση —υπέρ της ιδέας ότι όλα τα προβλήματα λύνονται ατομικά, ποτέ συλλογικά ή δομικά— το κοινό εξαπατάται διπλά: πιστεύει ότι λαμβάνει ουδέτερη, επιστημονική καθοδήγηση, ενώ στην πραγματικότητα του πουλιέται μια συγκεκριμένη —και βολική για κάποιους— εκδοχή του τι φταίει και τι πρέπει να κάνει.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο περιεχομένου· είναι και δομής. Οι αλγόριθμοι των social media δεν έχουν σχεδιαστεί για να προωθούν την ακρίβεια, αλλά την προσήλωση του χρήστη. Έρευνα δείχνει ότι προνομιούχο περιεχόμενο —εκείνο που είναι συναισθηματικά φορτισμένο, ηθικολογικό ή δημιουργεί αίσθημα οικειότητας («PRIME»: prestigious, in-group, moral, emotional)— προωθείται συστηματικά περισσότερο από περιεχόμενο προσεκτικό, τεκμηριωμένο και γεμάτο επιφυλάξεις, ακριβώς επειδή είναι λιγότερο «θερμό» συναισθηματικά (Brady, Jackson, Lindström, & Crockett, 2023). Η βεβαιότητα και η απλότητα —εμπορικά χαρακτηριστικά της pop-psychology— «κερδίζουν» δομικά έναντι της επιστημονικής επιφύλαξης, όχι επειδή είναι πιο σωστές, αλλά επειδή είναι πιο viral.
Τα δεδομένα το επιβεβαιώνουν συγκεκριμένα στον χώρο της ψυχικής υγείας. Σε ανάλυση 250 λογαριασμών «επαγγελματιών ψυχικής υγείας» με πάνω από 100.000 followers σε TikTok και Instagram, μόλις το 23,57% των βίντεο στο TikTok και το 7,27% στο Instagram ενίσχυαν πραγματικά την ψυχοεκπαίδευση του κοινού σύμφωνα με αναγνωρισμένα κριτήρια mental health literacy· ταυτόχρονα, μόνο το 36,36% των λογαριασμών στο TikTok (έναντι 54,55% στο Instagram) περιλάμβανε καν βασική διευκρίνιση ορίων/disclaimer (Pretorius, McCashin, & Coyle, 2022).
Σε μεγαλύτερη ανάλυση 1.000 βίντεο στο TikTok από πάνω από 16 χώρες, η παραπληροφόρηση βρέθηκε να συγκεντρώνεται ακριβώς στα πιο ευαίσθητα θέματα — διαταραχές προσωπικότητας, ψυχωσικές διαταραχές και αυτοκτονικότητα (Hudon, Perry, Plate, κ.ά., 2025). Με άλλα λόγια: όσο πιο σοβαρό και ευάλωτο είναι το θέμα, τόσο μεγαλύτερος φαίνεται να είναι ο κίνδυνος παραπληροφόρησης — ακριβώς εκεί όπου το κόστος ενός λάθους είναι μεγαλύτερο.
Ο τίτλος αυτού του άρθρου δανείζεται σκόπιμα τη γνωστή φράση του Καρλ Μαρξ για τη θρησκεία. Ο Μαρξ δεν εννοούσε ότι η θρησκεία είναι απλώς «ψέμα» — εννοούσε ότι λειτουργεί σαν αναλγητικό: καταπραΰνει έναν πραγματικό πόνο που προκαλείται από άδικες συνθήκες, με τρόπο που κάνει αυτές τις συνθήκες πιο υποφερτές αντί να τις αλλάζει. Η κριτική βιβλιογραφία γύρω από τη βιομηχανία ευεξίας έχει επανειλημμένα επισημάνει έναν δομικά ανάλογο μηχανισμό σε ό,τι αφορά το εμπορευματοποιημένο mindfulness και ανάλογες πρακτικές: πρόκειται για εργαλεία που βοηθούν κάποιον να αντέξει δύσκολες συνθήκες, όχι να τις αλλάξει, ενώ ταυτόχρονα δίνουν την εντύπωση ότι γίνεται κάτι ενεργητικό γι’ αυτό (Purser, 2018).
Ο παραλληλισμός αυτός έχει, ωστόσο, σαφή όρια, και είναι σημαντικό να τα θέσουμε ρητά. Δεν αφορά κάθε μορφή αυτοβοήθειας ή αυτοβελτίωσης — πολλή από αυτήν είναι έγκυρη, χρήσιμη και ενδυναμωτική. Δεν αφορά ούτε την ίδια την ψυχοθεραπεία, η οποία, όταν ασκείται σωστά, δεν στοχεύει στην παθητική «αντοχή» δύσκολων συνθηκών, αλλά στην κατανόηση του τι πραγματικά τις τροφοδοτεί — συμπεριλαμβανομένης, όπου χρειάζεται, και της αναγνώρισης ότι ορισμένα πράγματα χρειάζονται αλλαγή στο ίδιο το περιβάλλον, όχι μόνο στο άτομο. Ο παραλληλισμός αφορά συγκεκριμένα το κομμάτι της pop-psychology που λειτουργεί ως εμπορικό υποκατάστατο ουσιαστικής αλλαγής: πουλάει στο άτομο μια αίσθηση ελέγχου, χωρίς να αγγίξει καθόλου αυτό που πραγματικά χρειάζεται να αλλάξει.
Όταν η pop-psychology λειτουργεί περισσότερο ως marketing ή έμμεση πολιτική τοποθέτηση παρά ως επιστήμη, προκύπτουν τουλάχιστον τέσσερα συγκεκριμένα προβλήματα. Πρώτον, η εκμετάλλευση ανθρώπων σε στιγμή ευαλωτότητας, χωρίς κανέναν μηχανισμό λογοδοσίας απέναντί τους. Δεύτερον, η διάβρωση της εμπιστοσύνης στην ίδια την επιστήμη της ψυχολογίας, όταν οι υπερβολικές υποσχέσεις της pop-psychology αναπόφευκτα διαψεύδονται. Τρίτον, η καθυστέρηση κατάλληλης φροντίδας σε πραγματικά σοβαρές καταστάσεις — ακριβώς εκεί όπου, όπως είδαμε, συγκεντρώνεται και η μεγαλύτερη παραπληροφόρηση. Και τέταρτον, η συστηματική μετάθεση της ευθύνης για δομικά προβλήματα αποκλειστικά στο άτομο, με τρόπο που —συνειδητά ή όχι— αποθαρρύνει οποιαδήποτε σκέψη για συλλογική ή θεσμική αλλαγή.
Η αυτοβοήθεια δεν είναι «ο εχθρός». Η ανάγκη που εκφράζει —για κατανόηση, εργαλεία, αίσθηση ελέγχου πάνω στη ζωή κάποιου— είναι απόλυτα θεμιτή, και πολλή από τη σημερινή ψυχοεκπαίδευση, ακόμη και σε social media, είναι πραγματικά χρήσιμη. Το πρόβλημα δεν είναι το ερώτημα «αυτοβοήθεια ή όχι», αλλά το ποιος την παράγει, με ποια κίνητρα, με ποια λογοδοσία και με ποια σχέση με την πραγματική επιστήμη. Πριν εμπιστευτείτε μια πηγή, αξίζει να ρωτήσετε: ποιος το λέει αυτό, με ποια κατάρτιση, τι κερδίζει από αυτό, αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα ή πουλά απλές απαντήσεις, και σας βοηθά τελικά να καταλάβετε τι πραγματικά χρειάζεται να αλλάξει — ή απλώς σας κάνει πιο άνετους μέσα σε συνθήκες που δεν έπρεπε να αντέχετε.
Brady, W. J., Jackson, J. C., Lindström, B., & Crockett, M. J. (2023). Algorithm-mediated social learning in online social networks. Trends in Cognitive Sciences, 27(10), 947–960. https://doi.org/10.1016/j.tics.2023.06.008
Hudon, A., Perry, K., Plate, A.-S., Doucet, A., Ducharme, L., Djona, O., Testart Aguirre, C., & Evoy, G. (2025). Navigating the maze of social media disinformation on psychiatric illness and charting paths to reliable information for mental health professionals: Observational study of TikTok videos. Journal of Medical Internet Research, 27, e64225. https://doi.org/10.2196/64225
Lack, C. W., Vail, K., & Baugh, B. (2021). Mental health, pop psychology, and the misunderstanding of clinical psychology. In Reference Module in Neuroscience and Biobehavioral Psychology. Elsevier.
Nehring, D., Alvarado, E., Castañeda, E., & Pini, A. (2016). Transnational Popular Psychology and the Global Self-Help Industry: The Politics of Contemporary Social Change. Palgrave Macmillan.
Pretorius, C., McCashin, D., & Coyle, D. (2022). Mental health professionals as influencers on TikTok and Instagram: What role do they play in mental health literacy and help-seeking? Internet Interventions, 30, 100591. https://doi.org/10.1016/j.invent.2022.100591
Purser, R. E. (2018). Critical perspectives on corporate mindfulness. Journal of Management, Spirituality & Religion, 15(2), 105–108. https://doi.org/10.1080/14766086.2018.1438038
Rosen, G. M. (1987). Self-help treatment books and the commercialization of psychotherapy. American Psychologist, 42(1), 46–51. https://doi.org/10.1037/0003-066X.42.1.46
van Zyl, L. E., Gaffaney, J., van der Vaart, L., Dik, B. J., & Donaldson, S. I. (2023). The critiques and criticisms of positive psychology: A systematic review. The Journal of Positive Psychology, 19(2), 206–235. https://doi.org/10.1080/17439760.2023.2178956
Αν το θέμα που διαβάσατε σας αφορά και επιθυμείτε να ενημερωθείτε περισσότερο μπορείτε να δείτε πληροφορίες επικοινωνίας αλλά και πληροφοριές σχετικά με τη λειτουργία του γραφείου μου στην Πετρούπολη παρακάτω.
