Όλο και περισσότεροι άνθρωποι αποφασίζουν να κόψουν, μερικά ή ολικά, την επαφή με έναν γονιό ή αδερφό. Η έρευνα δείχνει ότι δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ούτε μονοσήμαντο — και ότι η ίδια η απόσταση μπορεί να είναι είτε το πιο υγιές πράγμα που έχει κάνει κανείς για τον εαυτό του, είτε ένα σημείο όπου η σχέση έχει «παγώσει» χωρίς να έχει πραγματικά επεξεργαστεί.
Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026
Στέφανος Σταυρινός
Ψυχολόγος / Οικογενειακός Θεραπευτής

Η ρήξη με έναν γονιό ή αδερφό στη θεραπεία έρχεται σχεδόν πάντα με ενοχή — σαν να είναι κάτι που δεν συμβαίνει σε «κανονικές» οικογένειες, κάτι που πρέπει να κρατηθεί μυστικό από φίλους και συναδέλφους. Η έρευνα δείχνει κάτι διαφορετικό. Μεγάλη διαχρονική μελέτη με αντιπροσωπευτικό δείγμα στις ΗΠΑ βρήκε ότι το 6% των ενηλίκων έχει περάσει περίοδο ρήξης με τη μητέρα του και το 26% με τον πατέρα του, με μέση ηλικία έναρξης τα 26 και τα 23 χρόνια αντίστοιχα (Reczek, Stacey, & Thomeer, 2023). Αντίστοιχη μελέτη με δεδομένα από τη Γερμανία βρήκε ότι το 20% των παιδιών έχει βιώσει περίοδο ρήξης με τον πατέρα και το 9% με τη μητέρα σε κάποια φάση της ενήλικης ζωής τους (Arránz Becker & Hank, 2022).
Τα ποσοστά αυτά δεν είναι αμελητέα — αντίθετα, δείχνουν ένα φαινόμενο αρκετά διαδεδομένο ώστε να αξίζει σοβαρή προσοχή. Αξίζει επίσης να σημειωθεί κάτι πιο ελπιδοφόρο: η ίδια η αμερικανική μελέτη έδειξε ότι η πλειονότητα όσων περάσουν περίοδο ρήξης καταλήγουν αργότερα να ξαναβρούν κάποια μορφή επαφής — το 81% με τη μητέρα και το 69% με τον πατέρα (Reczek et al., 2023). Η ρήξη, δηλαδή, συχνά δεν είναι το τελικό, αμετάκλητο σημείο μιας σχέσης, αλλά μια φάση μέσα σε μια μακρύτερη πορεία.
Μια από τις πιο χρήσιμες συνεισφορές της πρόσφατης έρευνας είναι ότι απομακρύνει την εικόνα της ρήξης από ένα απλό «μιλάμε / δεν μιλάμε». Μελέτη που ανέλυσε αφηγήσεις 52 ενηλίκων σε διαδικασία απομάκρυνσης από τους γονείς τους κατέληξε σε ένα μοντέλο όπου η ρήξη περιγράφεται ως ένα φάσμα, όχι ως δυαδική κατάσταση — αποτελούμενο από οκτώ διαστάσεις: την ποιότητα και την ποσότητα της επικοινωνίας, τη σωματική απόσταση, την παρουσία ή απουσία συναισθήματος, το θετικό ή αρνητικό της συναισθηματικής φόρτισης, την επιθυμία ή μη επανασύνδεσης, την αμοιβαιότητα των ρόλων, ακόμη και το αν έχουν εμπλακεί νομικά μέτρα (Scharp, 2019).
Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι δύο άνθρωποι που λένε και οι δύο «έχω κόψει την οικογένειά μου» μπορεί να βρίσκονται σε πολύ διαφορετικά σημεία: κάποιος που δεν απαντά σε τηλέφωνα αλλά ανοίγει την πόρτα σε ένα έκτακτο περιστατικό υγείας δεν βρίσκεται στο ίδιο σημείο με κάποιον που έχει κόψει κάθε δίαυλο επικοινωνίας οριστικά. Αυτή η διαβάθμιση δεν είναι ακαδημαϊκή λεπτομέρεια — είναι συχνά ακριβώς το σημείο όπου ξεκινά η θεραπευτική δουλειά: όχι στο «να μιλήσετε ξανά ή όχι», αλλά στο πού ακριβώς βρίσκεται κανείς πάνω σε αυτό το φάσμα και αν εκεί νιώθει ασφάλεια ή παγίδευση.
Στη συστημική βιβλιογραφία, το φαινόμενο αυτό δεν είναι καινούργιο — έχει όνομα εδώ και δεκαετίες: emotional cutoff, η συναισθηματική αποκοπή που περιέγραψε ο Murray Bowen ως έναν από τους βασικούς μηχανισμούς διαχείρισης άγχους μέσα στο πολυγενεακό οικογενειακό σύστημα. Ανασκόπηση που συγκρίνει τις δύο έννοιες —τη σύγχρονη «ρήξη» (estrangement) και το κλασικό «cut-off» του Bowen— εντοπίζει μια ουσιαστική διαφορά προοπτικής: η αγγλόφωνη βιβλιογραφία για τη ρήξη τείνει να την αντιμετωπίζει ως συνειδητή, συχνά μονομερή απόφαση ενός μέλους, ενώ ο Bowen έβλεπε την αποκοπή ως αποτέλεσμα του επιπέδου άγχους της οικογένειας και της ικανότητας διαφοροποίησης του ατόμου μέσα σε αυτήν — κάτι που συχνά χτίζεται σταδιακά, όχι πάντα με ρητή, συνειδητή απόφαση (McKnight, 2024).
Η διάκριση αυτή έχει πρακτική αξία στη θεραπεία. Όταν κάποιος περιγράφει την απόσταση από την οικογένειά του, βοηθάει να ρωτήσουμε όχι μόνο «τι αποφάσισες» αλλά και «πώς έχτισε σιγά σιγά αυτή η απόσταση» — γιατί συχνά η αποκοπή δεν είναι μία στιγμή, είναι μια πολύχρονη διαδικασία μείωσης της συναισθηματικής εγγύτητας που κάποια στιγμή έγινε ορατή και πήρε όνομα. Η δουλειά πάνω στη διαφοροποίηση του εαυτού —η ικανότητα να παραμένει κανείς συνδεδεμένος χωρίς να χάνει τον εαυτό του μέσα στην ένταση του συστήματος— παραμένει, σύμφωνα με αυτή την οπτική, κεντρικό ζητούμενο ανεξάρτητα από το αν τελικά επιλεγεί η επανασύνδεση ή η διατήρηση της απόστασης.
Μια από τις πιο αποκαλυπτικές μελέτες στο πεδίο ρώτησε ξεχωριστά 898 γονείς και ενήλικα παιδιά για τους λόγους της ρήξης τους — όχι το ίδιο ζευγάρι γονιού-παιδιού, αλλά ανεξάρτητα δείγματα και από τις δύο πλευρές. Τα ευρήματα δείχνουν μια σαφή ασυμμετρία: οι γονείς ανέφεραν συχνότερα ως αιτία τις «προβληματικές» σχέσεις ή την «αίσθηση δικαιώματος» του παιδιού τους, ενώ τα ενήλικα παιδιά απέδιδαν τη ρήξη κυρίως σε τοξική συμπεριφορά του γονιού ή στην αίσθηση ότι δεν είχαν στήριξη και αποδοχή. Οι γονείς δήλωναν επίσης σημαντικά πιο συχνά ότι δεν ήταν καν σίγουροι για την αιτία της ρήξης (Carr, Holman, Abetz, Kellas, & Vagnoni, 2015).
Αυτή η ασυμμετρία δεν σημαίνει ότι η μία πλευρά «λέει ψέματα» ή ότι η άλλη έχει «απόλυτο δίκιο». Δείχνει κάτι πιο βασικό για κάθε ρήξη: κάθε πλευρά κατασκευάζει μια δική της, συνεκτική αφήγηση για το τι συνέβη, και οι δύο αφηγήσεις σπάνια συμπίπτουν πλήρως. Στη θεραπευτική δουλειά αυτό σημαίνει ότι δεν αναζητούμε «ποιος έχει δίκιο», αλλά κατανοούμε πώς χτίστηκε η κάθε εκδοχή — και τι θα χρειαζόταν για να ακουστούν και οι δύο, ακόμη κι αν αυτό δεν οδηγήσει ποτέ σε επανασύνδεση.
Πρόσφατη έρευνα που συνέκρινε 350 ενήλικα παιδιά σε ρήξη με 350 που δεν βρίσκονταν σε ρήξη εντόπισε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της οικογένειας που διαφοροποιούν τις δύο ομάδες: όσοι βρίσκονταν σε ρήξη ανέφεραν μεγαλύτερη συνεγκλωβισμένη λειτουργία (enmeshment) στην οικογένειά τους, υψηλότερα επίπεδα αποφευκτικής προσκόλλησης, περισσότερα μηνύματα υπό όρους αποδοχής και χαμηλότερη αντιληπτή ανταπόκριση από τους γονείς τους σε σύγκριση με όσους δεν βρίσκονταν σε ρήξη (Krawietz, Pett, & Boyd, 2026).
Το εύρημα αυτό συνδέει τη ρήξη με δύο έννοιες οικείες στη συστημική και στη θεωρία δεσμού: η συνεγκλωβισμένη οικογένεια —όπου τα όρια ανάμεσα στα μέλη είναι θολά και η αυτονομία δύσκολα γίνεται ανεκτή— φαίνεται να δημιουργεί ακριβώς το είδος ασφυξίας που κάνει την απόσταση να μοιάζει με τη μόνη διέξοδο· ενώ η αποφευκτική προσκόλληση, που συχνά αναπτύσσεται όταν η συναισθηματική διαθεσιμότητα του γονιού ήταν ασταθής ή υπό όρους, κάνει την απόσταση να νιώθεται πιο ασφαλής από την εγγύτητα. Και τα δύο δεν «εξηγούν» κάθε περίπτωση ρήξης, αλλά δείχνουν ένα αναγνωρίσιμο μοτίβο σε αρκετές από αυτές.
Εδώ βρίσκεται το ερώτημα που φέρνουν συχνότερα οι άνθρωποι στη θεραπεία: «αυτό που κάνω είναι υγιές όριο ή απλώς αποφυγή;» Πρόσφατη ανασκόπηση από συστημική σκοπιά προτείνει να μην αναζητούμε την απάντηση στο ίδιο το γεγονός της απόστασης, αλλά στο πώς λειτουργεί μέσα στο ευρύτερο σύστημα: η ρήξη προκύπτει, σύμφωνα με αυτή την οπτική, από σύνθετες αλληλεπιδράσεις, διαγενεακά μοτίβα, ανεκπλήρωτες ανάγκες και άλυτες συγκρούσεις — και οι επαγγελματίες που εμπλέκονται (θεραπευτές, δικηγόροι, δικαστές) μπορούν είτε να ενισχύσουν τον διαχωρισμό είτε να στηρίξουν πιο υγιή όρια και διάλογο (Whiting & Coleman, 2026).
Με άλλα λόγια, η ίδια απόσταση μπορεί να είναι θεραπευτική ή παγιδευτική ανάλογα με το αν αφήνει χώρο σε μια σχέση να επανεξεταστεί όταν —και αν— οι συνθήκες αλλάξουν, ή αν έχει παγώσει γύρω από μια αντίδραση που ποτέ δεν επεξεργάστηκε. Το ότι η πλειονότητα των ανθρώπων που περνούν περίοδο ρήξης καταλήγουν αργότερα σε κάποια μορφή επανασύνδεσης (Reczek et al., 2023) δεν σημαίνει ότι η επανασύνδεση είναι πάντα ο «σωστός» στόχος· σημαίνει ότι η ρήξη λειτουργεί συχνότερα ως φάση παρά ως οριστική ετυμηγορία, και ότι αξίζει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια — ακόμη κι όταν η απόσταση, τελικά, παραμείνει η επιλογή που προστατεύει κάποιον καλύτερα.
Μελέτη που στην οποία έλαβαν μέρος 46 άνθρωποι στο Ηνωμένο Βασίλειο που είχαν αναζητήσει θεραπευτική υποστήριξη για ρήξη με μέλος της οικογένειάς τους εντόπισε τι έκανε τη θεραπεία πραγματικά χρήσιμη: η εμπειρία βοηθούσε όταν ο θεραπευτής προσέγγιζε ανοιχτά τις αιτίες και τις συνέπειες της ρήξης μέσα σε μια ασφαλή σχέση, και όταν η δουλειά επικεντρωνόταν στην ενίσχυση σχεσιακών δεξιοτήτων — τόσο με τον εαυτό όσο και με άλλους ανθρώπους. Αντίθετα, η θεραπεία περιγραφόταν ως μη βοηθητική όταν ο θεραπευτής παρέμενε ψυχρός ή αδιάφορος, ή όταν δεν κατανοούσε επαρκώς τις αιτίες και τις συνέπειες του συγκεκριμένου είδους ρήξης (Blake, Rouncefield-Swales, Bland, & Carter, 2022).
Ένα στοιχείο ξεχωρίζει ιδιαίτερα: οι συμμετέχοντες περιέγραφαν ως πιο βοηθητική τη μη κατευθυντική στήριξη — έναν θεραπευτή που δεν τους έλεγε αν έπρεπε να συμφιλιωθούν ή να διατηρήσουν την απόσταση, αλλά τους στήριζε να πάρουν τη δική τους απόφαση με μεγαλύτερη σαφήνεια. Αυτό συμπίπτει με ό,τι φαίνεται να λείπει συχνότερα από τις άτυπες συμβουλές γύρω μας — από φίλους, από social media, ακόμη και από μέρος της λαϊκής ψυχολογίας— που συχνά προτείνουν έτοιμη απάντηση («κόψε τους» ή «συγχώρεσέ τους») αντί να στηρίζουν τη δική του διερεύνηση της κατάστασης.
Η ρήξη με έναν γονιό ή αδερφό δεν είναι σπάνια, δεν είναι πάντα οριστική, και δεν σημαίνει το ίδιο πράγμα για όλους όσους τη βιώνουν. Μπορεί να είναι η πιο υγιής απόφαση που έχει πάρει κάποιος για τον εαυτό του απέναντι σε μια πραγματικά βλαπτική σχέση, ή μπορεί να είναι ένα σημείο όπου η σχέση έχει παγώσει γύρω από μια ένταση που δεν βρήκε ποτέ τον χώρο να επεξεργαστεί. Η διαφορά σπάνια φαίνεται από έξω — χρειάζεται προσεκτική, εξατομικευμένη κατανόηση του τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στο συγκεκριμένο οικογενειακό σύστημα, όχι μια γενική συνταγή για το πότε «πρέπει» να κόψει κανείς την οικογένειά του και πότε όχι.
Αν βρίσκεστε σε μια τέτοια φάση απόστασης ή αναρωτιέστε τι πραγματικά συμβαίνει στη σχέση σας με την οικογένειά σας, η συστημική θεραπεία προσφέρει έναν χώρο να το διερευνήσετε χωρίς έτοιμες απαντήσεις.
Arránz Becker, O., & Hank, K. (2022). Adult children’s estrangement from parents in Germany. Journal of Marriage and Family, 84(1), 347–360. https://doi.org/10.1111/jomf.12796
Blake, L., Rouncefield-Swales, A., Bland, B., & Carter, B. (2022). An interview study exploring clients’ experiences of receiving therapeutic support for family estrangement in the UK. Counselling and Psychotherapy Research, 23, 105–114. https://doi.org/10.1002/capr.12603
Carr, K., Holman, A., Abetz, J., Kellas, J. K., & Vagnoni, E. (2015). Giving voice to the silence of family estrangement: Comparing reasons of estranged parents and adult children in a nonmatched sample. Journal of Family Communication, 15(2), 130–140. https://doi.org/10.1080/15267431.2015.1013106
Krawietz, C. E., Pett, R. C., & Boyd, K. (2026). The complexity of family characteristics in parent-child estrangement. Western Journal of Communication, 90(1), 94–117. https://doi.org/10.1080/10570314.2025.2575202
McKnight, A. S. (2024). Two perspectives on family rifts: The concepts of estrangement and cut-off. Australian and New Zealand Journal of Family Therapy, 45, 168–179. https://doi.org/10.1002/anzf.1586
Reczek, R., Stacey, L., & Thomeer, M. B. (2023). Parent–adult child estrangement in the United States by gender, race/ethnicity, and sexuality. Journal of Marriage and Family, 85(2), 494–517. https://doi.org/10.1111/jomf.12898
Scharp, K. M. (2019). “You’re not welcome here”: A grounded theory of family distancing. Communication Research, 46(4), 427–455. https://doi.org/10.1177/0093650217715542
Whiting, S., & Coleman, J. (2026). Estrangement is a systems issue. Family Court Review, 64(2), 240–253. https://doi.org/10.1111/fcre.70066
Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται με σκοπό την ενημέρωση και την ψυχοεκπαίδευση του κοινού σχετικά με τη ρήξη στις οικογενειακές σχέσεις. Δεν αποτελεί κλινική αξιολόγηση συγκεκριμένης οικογενειακής κατάστασης και δεν υποκαθιστά την επαγγελματική ψυχολογική υποστήριξη. Αν βιώνετε δυσκολία σε σχέση με την οικογένειά σας, ανεξάρτητα από το αν αυτή περιλαμβάνει απόσταση ή όχι, συνιστάται η αναζήτηση εξατομικευμένης υποστήριξης από αδειοδοτημένο επαγγελματία.
Αν το θέμα που διαβάσατε σας αφορά και επιθυμείτε να ενημερωθείτε περισσότερο μπορείτε να δείτε πληροφορίες επικοινωνίας αλλά και πληροφοριές σχετικά με τη λειτουργία του γραφείου μου στην Πετρούπολη παρακάτω.
